Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Kafasina Gore Τεύχος 19: Κακοτυχία.

ΚΑΚΟΤΥΧΙΑ

Το γέρικο σώμα δεν ήταν μεταξύ εκείνων των πελατών στο τραπέζι στο οποίο έπινα το τσάι μου. Ο γέρος λαχειοπώλης έδειχνε ευγένεια και διάβαζε ποιήματα σε όλους αλλά δεν θα σταματούσε ποτέ στο τραπέζι μου. Αν και το καπέλο του «Εθνικού λαχείου» στο κεφάλι του θα μπορούσε να ελαφρύνει την ωριμότητα του που ήρθε με την ηλικία του, φορούσε τις ρυτίδες στο  πρόσωπό του σαν να ήταν επωμίδες που τις είχε κερδίσει. Ήταν σαν ένα αόρατο χέρι να είχε έρθει, να τον ακούμπησε κάτω, να αντέγραψε το σώμα του με καρμπόν, να του έδωσε πίσω το αντίγραφο και μετά ο γέρος λαχειοπώλης κλείδωσε το πρωτότυπο σε ένα ντουλάπι που μύριζε ναφθαλίνη.
  Ενώ σιγόπινα το καλύτερο μέρος του τσαγιού μου, ο γέρος λαχειοπώλης ήρθε στο τραπέζι μου για πρώτη φορά και άπλωσε τα λαχεία προς το μέρος μου με τα γέρικα χέρια του στα οποία διακρίνονταν οι φλέβες:

-«Πάρε παιδί μου.»

-«Ευχαριστώ παππού.»

-«Τα τρία τελευταία λαχεία.»

-«Ευχαριστώ παππού, δεν μου αρέσουν τα τυχερά παιχνίδια.»

Τα μάτια του γέρου λαχειοπώλη  έλαμψαν σαν τα μάτια μιας γάτας. Κρατούσε τα τελευταία τρία λαχεία όπως οι δανειστές κοπανάνε την πόρτα.

-«Γιατί;»

-«Δεν μου αρέσουν. Φοβάμαι ότι θα χάσω την ηρεμία μου αν κερδίσω.»

-«Τα τρία τελευταία λαχεία, πάρε ένα.»

-«Ευχαριστώ, όχι παππού.»

Το κεφάλι του κάτω από το καπέλο φαινόταν σαν να έχει σχεδιαστεί με ένα λεπτό μολύβι. Το πρόσωπό του ήταν αιχμηρό όπως η γλώσσα του και τα μάτια του ήταν σαν να απορροφάνε όπως ένα σφουγγάρι. Αν γελούσα, θα γελούσε. Αν έκλαιγα, θα ξεσπούσε σε κλάματα. Οι άνθρωποι που πέρασαν  πολλά θα είχαν τέτοια έκφραση στα μάτια τους. Όταν μου άπλωσε και πάλι τα τρία τελευταία λαχεία:

-«Δεν μου αρέσουν τα λαχεία.»

-«Γιατί;»

-«Είπατε ότι έχετε τα τρία τελευταία λαχεία. Οι λαχειοπώλες συνήθως  κρατάνε τα τελευταία λαχεία για τον εαυτό τους. Αν πρόκειται κάποιος να κερδίσει, ας είστε εσείς.

Είχα χρησιμοποιήσει μια παλιά πεποίθηση σαν δικαιολογία για να τον ξεφορτωθώ. Βάζοντας αυτά τα λαχεία στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του, είπε:

«Ποτέ δεν αγοράζω τα τελευταία  λαχεία. Στην πραγματικότητα δεν αγοράζω ποτέ λαχείο.»

«Πώς κι έτσι;»

Σπρώχνοντας το τραπέζι στάθηκε απέναντι, είχε μόλις σωριαστεί στο σημείο σαν ξερό κλαδί. Τα μάτια του μετατράπηκαν από μάτια γάτας σε μάτια τίγρης που έπιασε το θήραμα της. Όταν σήκωσε το χέρι του χωρίς να πει μια λέξη και ο σερβιτόρος έκανε νεύμα, κατάλαβα ότι ήθελε να πιεί λίγο τσάι. Με κοίταξε στα μάτια με ένα βλέμμα που γελάει και κλαίει ταυτόχρονα και αυτό τον κάνει να τσαντίζεται με τον εαυτό του που γελάει ενώ κλαίει. Όταν του σέρβιραν το τσάι του, το σιγόπινε με ένα σοβαρό ύφος, είπε:

«Κοίτα παιδί μου , θα σου πω μια ιστορία που δεν έχω πει σε κανέναν πριν.»

Ακουγόταν γαλήνιος και διδακτικός:

Ήταν το 1970. Εκείνα τα χρόνια, ο πρώτος  λαχνός του εθνικού λαχείου προκαλούσε  μεγάλο ενθουσιασμό, έτσι και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, όλοι περίμεναν την ημέρα της κλήρωσης. Τέλος πάντων, υπήρχε ένας νέος άντρας που τον έλεγαν Φεχμί(Fehmi ) που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Καταγόταν από το Aksaray, το Nigde. Όταν ήταν 10 χρονών, ο πατέρας του μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, αφού πέρασε πολλά με τους συγγενείς και τους συμπολίτες του. Ο Φεχμί με το ζόρι τελείωσε το γυμνάσιο. Γιε μου, ξέρεις πώς είναι όταν ένα μικρό αγόρι έρχεται σε μια μεγάλη πόλη από μια μικρή πόλη. Σήμερα, είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε τους επαρχιώτες από τους κατοίκους των πόλεων. Εκείνα τα χρόνια, οι επαρχιώτες θα δίσταζαν να μπουν σε ένα μαγαζί να πιούν τσάι. Τέλος πάντων, ο Φεχμί άρχισε να πουλάει λαχεία την ημέρα και να δουλεύει σαν οδηγός ταξί τη νύχτα όταν μεγάλωσε λίγο. Στα λέω όλα αυτά για να σε κάνω να απομνημονεύσεις καλύτερα την ιστορία. Αγαπούσε επίσης ένα κορίτσι που το έλεγαν Μεράλ (Meral) που ήταν όμορφο σαν μοντέλο. Μερικές φορές τον κοίταζε. Ωστόσο, είχε τελειώσει το λύκειο, είχε γεννήθεί και είχε μεγαλώσει στην Κωνσταντινούπολη. Είχε πολλούς υποψήφιους μνηστήρες. Ο Φεχμί ήταν έξυπνος άνθρωπος και ήξερε ότι ο πατέρας της δεν θα συμφωνούσε ποτέ στον γάμο τους. Ο Φεχμί και το κορίτσι κοίταζαν κρυφά ο ένας τον άλλον, αλλά ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν. Ο Φεχμί άρχισε να υποφέρει εξαιτίας της αγάπης του, αλλά αγαπούσε αληθινά την εικόνα του ερωτευμένου άντρα όταν κοίταζε στον καθρέφτη. Έδινε στη ζωή του ένα νόημα. Αν θα έκλαιγε, έκλαιγε μέσα του. Αν θα γελούσε, το γέλιο του ήταν πιο ουσιαστικό. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει στον εαυτό του «Στη χειρότερη περίπτωση, μπορούμε να κλεφτούμε.» Ο πατέρας του κοριτσιού ο Οσμάν (Osman), ο Άγγλος, ήταν συνταξιούχος αστυνομικός διευθυντής. Τον αποκαλούσαν Άγγλο λόγω των χρωματιστών ματιών του και των γυαλιστερών μαλλιών του που τα πήγαινε προς τα πίσω με χυμό λεμονιού. Ήταν τόσο ψηλός που δεν χωρούσε να περάσει από τις πόρτες. Είχε τόσο δυνατή φωνή που πονούσαν τα αυτιά των ανθρώπων. Η μυρωδιά του λεμονιού στα μαλλιά του ήταν τόσο έντονη που προηγούνταν από αυτόν. Οι καταστηματάρχες τον γνώριζαν από τότε που εργαζόταν και συνήθιζαν να τον αποκαλούν Οσμάν ο Γκιαούρης (Άπιστος) (1). Ήταν ένας πολύ πεισματάρης άνθρωπος. Λένε ότι η σύζυγός του πέθανε λόγω του πείσματος του. Σύμφωνα με τις φήμες, τον αποκάλεσε  «Οσμάν  Γκιαούρη» πριν πάρει την τελευταία της ανάσα και για αυτό δεν ήθελε να πάει στην κηδεία της συζύγου του και τον πήγαν με το ζόρι στην κηδεία. Για αυτό, ήταν πολύ απίθανο να επιτρέψει στην κόρη του να παντρευτεί τον Φεχμί. Θα σκότωνε όποιον τον αποκαλούσε «Γκιαούρη». Όσο για τον Φεχμί, προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να βλέπει την Μεράλ. Μια μέρα, ο Φεχμί έπιασε την Μεράλ σε ένα απομονωμένο μέρος και της είπε ότι την αγαπάει. Η κοπέλα χαχάνισε και ρίχνοντας τα μαλλιά της πίσω, είπε: «Τριγυρνάς συνέχεια γύρω από το σπίτι μας. Ο πατέρας μου θα σε σκοτώσει αν σε πιάσει.» Μιλούσαν και ξαναμιλούσαν. Ο Φεχμί είπε: «Θα σε απαγάγω.» Η κοπέλα χαχάνισε ξανά και απομακρύνθηκε με ένα τρόπο που ο Φεχμί δεν μπορούσε να καταλάβει. Γιε μου, ξέρω ότι λέω πολλά, αλλά αν μια ιστορία δεν ειπωθεί έτσι, τότε έχει τη γεύση του σάπιου ξινόμηλου. Τέλος πάντων ... ο Φεχμί πέρασε άγρυπνες νύχτες και σκεφτόταν τι να κάνει και τελικά αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον πατέρα του κοριτσιού. Πήγε στον Όσμαν τον Άγγλο με τους γονείς του και ζήτησε το χέρι της κόρης του να παντρευτεί με την εντολή του Θεού και τον λόγο του προφήτη. Ο Οσμάν παρέμεινε σιωπηλός και τους έδειξε την πόρτα με τα μάτια του. Φυσικά, η μητέρα του Φεχμί είναι περήφανη γυναίκα και όπως κάθε μητέρα που θα της έδειχναν την πόρτα είπε «Γκιαούρη Οσμάν!»  Ο Φεχμί έβαλε στο μυαλό του να απαγάγει την Μεράλ. Το κορίτσι του είχε ήδη δώσει σήμα. Στην αρχή,θα πήγαιναν στο Nigde, στο χωριό τους, και μετά ο Θεός ξέρει πού. Θα κλεβόντουσαν  την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς επειδή, όταν ο Οσμάν ο Άγγλος έπινε μερικά παραπάνω ποτήρια  ρακί (2), θα κοιμόταν σαν κούτσουρο. Ο Φεχμί ήταν τόσο ενθουσιασμένος που δεν μπορούσε να κοιμηθεί για μέρες. Επικεντρώθηκε στη δουλειά του για να μην βάλει τους άλλους σε υποψίες. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο Φεχμί φίλησε τα χέρια των γονιών του και πήγε στο καφενείο. Άρχισε να περιμένει ανάμεσα στους ανθρώπους που έπιναν και χόρευαν. Όταν το ρολόι χτύπησε δώδεκα, η κλήρωση  του Εθνικού λαχείου μεταδιδόταν ζωντανά στην τηλεόραση. Ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ο Ίμπο (Ibo) (συντομογραφία του ονόματος Ibrahim), φώναξε στον Φεχμί: «Φεχμί, πόσα λαχεία κράτησες για τον εαυτό σου;» Αλλά το μυαλό του Φεχμί ήταν στην Μεράλ. Ενώ ήταν έτοιμος να φύγει, ο Ίμπο τον ρώτησε πάλι: «Το λαχείο σου;» Ο Φεχμί έβγαλε τα λαχεία από την εσωτερική τσέπη του και κάθισε μπροστά στην τηλεόραση για να μην τραβήξει την προσοχή του Ίμπο. Ο Ίμπο ήταν φίλος με τον διάβολο. Θα μπορούσε να τον υποπτευθεί και να τον καρφώσει. Οι πρώτοι αριθμοί του λαχείου ανακοινώθηκαν στην τηλεόραση, αλλά τα μάτια του Φεχμί ήταν στο ρολόι και όχι στους αριθμούς. Ο παρουσιαστής  είπε «7, 4, 6, 0, 5, 5, 6» και ξαφνικά ο Φεχμί είπε «Ω Θεέ μου.» Το είπε με τέτοιο τρόπο που κανένας δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Τότε ο Φεχμί άρχισε να ουρλιάζει σαν τρελός. Ήταν έτοιμος να τα χάσει. Οι άνθρωποι στο καφενείο του έδιναν συγχαρητήρια, χόρευαν Χαλάι (Halay) μαζί του και ευτυχισμένοι τον μετέφεραν στους ώμους τους στο σπίτι του. Ενώ αγκάλιαζε τους γονείς του, θυμήθηκε την Μεράλ. Είπε στους γονείς του ότι θα  ζητήσει από τον πατέρα της το χέρι της κόρης του σε γάμο όπως θα έκανε ένας πλούσιος άνθρωπος. Ο Οσμάν έδωσε τη συγκατάθεσή του όταν την ζήτησε ο Φεχμί. Έκαναν ένα υπέροχο γάμο που διήρκεσε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Αγαπούσε την Μεράλ τόσο πολύ που έκανε ό,τι του ζητούσε. Ο Φεχμί δεν ήξερε τίποτα για τα χρήματα έτσι κι αλλιώς. Βοήθησαν μακρινούς συγγενείς, πλήρωσαν  για γάμους και τελετές περιτομής άλλων ανθρώπων στη γειτονιά. Τότε ήρθε η ώρα για τη στρατιωτική θητεία του Φεχμί. Πριν προλάβει να κοιμηθεί στο νέο του σπίτι, πήγε στη Σίβα για να κάνει τη στρατιωτική του θητεία. Η Μεράλ πήρε όλα τα χρήματά του για να φτιάξει μια επιχείρηση. Ο Φεχμί ήταν ένας άνθρωπος που θα έδινε τα πάντα στη γυναίκα που αγαπούσε.

Ένας μακρύς χειμώνας πέρασε και ο Φεχμί μετρούσε τις μέρες για την απόλυση του. Αλλά η Μεράλ δεν απαντούσε πια στα τηλεφωνήματα ή στα γράμματα του. Ο Φεχμί αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Πήρε άδεια από τους ανώτερους του και ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη. Η πόρτα του σπιτιού του ήταν κλειδωμένη και δεν υπήρχαν χρήματα στην τράπεζα. Ακόμα και ο Οσμάν ο Άγγλος δεν ήξερε πού είναι η κόρη του. Ο Φεχμί γύρισε σιωπηλά στη θέση του. Μερικές φορές, ήθελε να λιποτακτήσει, αλλά οι γονείς του τον σταμάτησαν λέγοντάς του ότι πρόκειται για εθνική υποχρέωση. Ο χρόνος κυλούσε τόσο αργά. Τηλεφωνούσε τους γονείς του κάθε μέρα. Τηλεφωνούσε ακόμα και στον Οσμάν τον Άγγλο. Ενημέρωσαν την αστυνομία και τη χωροφυλακή. Όταν τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία και επέστρεψε σπίτι του, η μητέρα του καταριόταν την Μεράλ και μάλιστα την έλεγε «πόρνη». Τότε ο πατέρας του, του είπε αργά αργά τι συνέβη. Η Μεράλ απέσυρε όλα τα χρήματα  από την τράπεζα και έφυγε με έναν άλλο άντρα στο εξωτερικό. Οι γονείς του έλαβαν την αίτηση διαζυγίου. Η μητέρα του την είπε πάλι «πόρνη». Ο Φεχμί δεν είπε ούτε λέξη. Η αίτηση διαζυγίου τον πλήγωσε περισσότερο από όλα και υπέφερε πάρα πολύ. Ο Οσμάν ο Άγγλος ήταν τόσο ντροπιασμένος που δεν μπορούσε να βγει από το σπίτι του. Αυτός ο ψηλός και καλοφτιαγμένος άνθρωπος έγινε υπέρβαρος και πέθανε από τη θλίψη του. Ο Φεχμί τον έθαψε όταν κανείς δεν ήθελε να τον θάψει. Την ημέρα της δίκης, η Μεράλ δεν κοίταξε ούτε το πρόσωπό του στο δικαστήριο και είπε στον δικαστή «ασυμφωνία χαρακτήρων» για τον λόγο διαζυγίου. Προσέλαβε τον καλύτερο δικηγόρο στη χώρα, ενώ ο Φεχμί ζήτησε βοήθεια από ένα δικηγόρο στη γειτονιά. Όπως κάθε άνθρωπος με τιμή θα έκανε, είπε«αν θέλει διαζύγιο, τότε να πάρουμε διαζύγιο.» Όλοι του είπαν να μην αφήσει τα χρήματά του, αλλά τον Φεχμί δεν τον ένοιαζε. Όλα αυτά συνέβησαν εξαιτίας των χρημάτων που κέρδισε. Πούλησε το καινούργιο σπίτι που αγόρασε για τον εαυτό του και άρχισε να πίνει και να χαρτοπαίζει πολύ. Επέστρεψε στο σπίτι των γονιών του αφού έχασε τα πάντα. Αφού δεν είχε καμιά ασχολία, άρχισε να πουλάει λαχεία. Κάποιοι στη γειτονιά τον κορόιδευαν για λίγο καιρό. Ποτέ ξανά δεν κράτησε τα τελευταία λαχεία για τον εαυτό του. Μιλούσε μόνος του στην ταβέρνα: «Αν δεν κέρδιζα το λαχείο, θα ήμουν ένας ευτυχισμένος παντρεμένος άντρας με παιδιά». Ποτέ δεν είπε μια κακή κουβέντα για την Μεράλ, παρόλο που μερικές φορές το σκέφτηκε. Γιε μου, ο Φεχμί ήταν περισσότερο λυπημένος επειδή  είχε χάσει την αγαπημένη του και όχι τα λεφτά του. Για αυτό ποτέ δεν αγοράζω τα τελευταία λαχεία. Όπως το είπες, θέλω να κρατήσω την εσωτερική μου ηρεμία.

Ο γέρος σηκώθηκε σαν ένα κλαδί που μόλις έγινε πράσινο.

«Εντάξει, παππού. Θα αγοράσω ένα.»

«Με παρεξήγησες γιε μου. Δεν είπα αυτή την ιστορία για να σου πουλήσω λαχείο.»

«Όχι, θέλω πραγματικά να το αγοράσω.»

«Δεν υπάρχει λαχείο για σένα! Αντίο. Δώσε την ευχή σου για το τσάι.»

«Την δίνω.»

Ο γέρος λαχειοπώλης έφυγε, κουνώντας τα τρία τελευταία λαχεία στο χέρι του. Το τσάι μου είχε κρυώσει και η ιστορία του γέρου και ο Φεχμί είχαν μείνει στο τραπέζι μου. Ο σερβιτόρος, βάζοντας το φρέσκο τσάι μου στο τραπέζι, είπε:

«Σου είπε;»

«Να μου πει τι;»


«Την ιστορία του.»

«Τι, αυτή ήταν η ιστορία του;»

«Πολύ λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν την ιστορία του γέρου Φεχμί. Δεν την λέει στον καθένα βέβαια.»

«Αλήθεια;»

«Μην το πείτε σε κανέναν, αλλά είχε πληρώσει για την τελετή περιτομής μου».

Ήμουν τόσο έκπληκτος και λυπημένος. Άκουσα τον γέρο λαχειοπώλη να φωνάζει:

«Τελευταία λαχεία!»


(1) Στην τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «Gavur» που χρησιμοποιείται για ανθρώπους που δεν είναι μουσουλμάνοι.

(2) Παραδοσιακό αλκοολούχο ποτό.
     ----------------------------------------------------------------------
(Thanks to EAUFC for English translation)

KOR TALIH/BAD LUCK
By Engin Akyurek/Kafasina Gore
His old body was not among the regulars of the table at which I drank my tea. The old man who sold lottery tickets would show kindness and read poems to everybody but would never stop by at my table. Although the “National Lottery” hat on his head would lighten his maturity that came with his age, he wore his wrinkles on his face like epaulettes heearned. It was as if an invisible hand came, laid him down, carbon copied his body, gave him back the copy of it and then the old man locked the original in a mothball smelled storage.
While I was sipping the best part of my tea, the old man came to my table for the first time and extended the tickets toward me with his old veined hands:
“Here, son.”
“Thanks pop.”
“Last three tickets left.”
“Thanks, pop. I don’t like chance games.”
The old man’s eyes shined like a cat eye. He was holding the last three tickets like creditors pounding at the door.
“Why?”
“I don’t like it. I’m afraid of losing my peace if I win.”
“Last three tickets, buy one.”
“Thanks, no pop.”
His head under the hat looked like it was drawn with a fine tipped pencil. His face was sharp like his tongue and his eyes were like absorbing like a sponge. If I laughed, he would laugh. If I cried, he would burst into tears. People who lived through a lot would have such expression in their eyes. When he extended the last three tickets again:
“I don’t like it.”
“Why?”
“You said only three left. Ticket sellers usually keep the last tickets for themselves. If someone is going to win, let it be you.”
I had used an old knowledge as an excuse to get rid of him. Putting those tickets into inner pocket of his jacket, he said:
“I never buy the last tickets. Actually I never buy a ticket.”
“How come?”
Pushing the table he stood against, he had just hunkered down on the spot like a dry branch. His eyes turned from the eyes of a cat into the eyes of a tiger who caught its prey. When he raised his hand without saying a word and the waiter nodded, I understood that he wanted to drink some tea. He had looked into my eyes with a glance that smiles and cries at the same time and that makes him piss himself laughing while crying. When his tea was served, sipping his tea with a serious countenance, he said:
“Look son, I will tell you a story that I didn’t tell anyone before.”
He sounded peaceful and didactic:
“It was 1970. In those years, the first prize of the national lottery used to cause a lot of excitement so that rich or poor, everybody would wait the day the first prize would be announced. Anyway, there was a young man named Fehmi who lived in Istanbul. He was originally from Aksaray, Nigde. When he was 10 years old, his father moved to Istanbul after he had had it with his relatives and his townsmen. Fehmi barely finished middle school. Son, you know how it is when a little boy comes to a big city from a small town. Nowadays, it is very hard to tell peasants apart from townies. In those years, peasants would hesitate to get into teahouses to drink tea. Anyway, our Fehmi started selling lottery tickets during the day and working as a cab driver at night when he became a young man. I am telling all these to make you memorize the story better. He also loved a girl named Meral who is beautiful like a model. She would sometimes stare at him. However, she was a high school graduate and was born and raised in Istanbul. She had many suitors. Fehmi was an intelligent person and knew that her father would never consent their marriage. Fehmi and his girl used to stare at each other secretly but never got a chance to talk.
Fehmi started to suffer because of his love but he really loved his man-in-love image when he looked in the mirror. It gave his life a meaning. If he was going to cry, he cried inside. If he was going to laugh, his laughter was more meaningful. He used to tell himself “The worst case, we can elope.” The girl’s father Osman the English was a retired chief constable. They called him English because of his colored eyes and his hair slicked back with a lemon juice. He was so tall that he would not fit doors; he was so loud that people’s ears would hurt; the smell of lemon on his hair was so strong that it arrived ahead of him. Shopkeepers knew him from his working days and used to call him Osman the Giaour (1). He was a very stubborn man. They say his wife died because of his stubbornness. According to rumor, she called him “Osman the Giaour” before she gave her last breath and hence, he did not want to go to her wife’s funeral and he was forcibly taken to the funeral. Therefore, it was very unlikely that he would allow her daughter to marry Fehmi. He would beat the hell out of anyone who called him “Giaour”. As for Fehmi, he used to try to find a way to see Meral. One day, Fehmi caught Meral in a secluded place and told her that he loved her. The girl giggled and, throwing her hair back, said: “You’re always sneaking around our house. My father will kill you if he catches you.” They talked and talked. Fehmi said “I will kidnap you.” The girl giggled again and pulled away in a way Fehmi could not understand. Son, I know I am talking your head off, but if a story is not told like this, then it tastes like a rotten sour apple. Anyway… Fehmi spent sleepless nights while thinking about what to do and finally decided to face the girl’s father. He went to Osman the English with his parents and asked for his daughter’s hand in marriage with the command of God and the word of the prophet. Osman stayed silent and showed them the door with his looks. Of course, Fehmi’s mother is a proud woman and like every mother who was shown the door said “Osman the Giaour!” Fehmi put his mind to kidnap Meral. The girl already gave him the signal. First, they would go to Nigde, to their village, then, God knows where. They would elope during the New Year because when Osman the English have a few too many Raki (2) he would sleep like a log. Fehmi was so excited that he could not sleep for days. He focused on his work not to make other people get suspicious.
On the New Year’s Eve, Fehmi kissed his parents’ hands and went to the teahouse. He started waiting among people who drink and dance. When the clock hit twelve, the National Lottery first prize drawing was live on TV. The owner of the teahouse, Ibo (short name for Ibrahim), poked Fehmi with his voice: “Fehmi, how many tickets did you keep for yourself?” But Fehmi’s mind was on Meral. When he was about to leave, Ibo again asked: “Your ticket?” Fehmi pulled out the tickets from his inner pocket and sat in front of the TV not to draw Ibo’s attention. Ibo was a friend with the Devil. He would immediately get suspicious and tell on him. The first prize numbers was being announced on the TV but Fehmi’s eyes were on the clock rather than the numbers. The speaker said “7, 4, 6, 0, 5, 5, 6” and Fehmi suddenly said “oh my GOD.” He said it in such a way that nobody understood what was going on. Then Fehmi started screaming like a crazy. He was about to lose it. People in the teahouse congratulated him, danced Halay with him, and happily carried him off the ground on their shoulders to Fehmi’s house. While hugging his parents, he remembered Meral. He told his parents that he would ask her father for his daughter’s hand in marriage like a rich person would do. Osman gave his consent when Fehmi asked for it. They got a wonderful wedding that lasted for three days and three nights. He loved Meral so much that he did whatever she asked for. Fehmi did not know anything about money anyways. They helped distance relatives, paid for other people’s weddings and circumcision ceremonies in the neighborhood. Then, it was time for Fehmi’s military service. Before getting a chance to sleep in his new house, he went to Sivas to do his military service. Meral got all his money to establish a business. Fehmi was a man who would give his everything to the woman he loved. 
A long winter passed and Fehmi was counting to days for his discharge. But Meral hadn’t been answering his phone calls or letters anymore. Fehmi felt that something was wrong. He got a permission from his commanders and set off for Istanbul. The door of his house was locked and there was no money in the bank. Even Osman the English did not know his daughter’s whereabouts. Fehmi pensively got back to his post. Sometimes, he wanted to desert from his post but his parents stopped him saying that this was a national service. Time was so slow. He called his parents every day. He even called Osman the English. They notified the police and the gendarme. When he finished his military service and got back home, his mother cursed Meral and even called her “whore”. Then his father slowly told him what happened. Meral withdrew all the money in the bank and eloped with another man to abroad. The, his parents received the divorce petition. His mother called her “whore” again. Fehmi did not say a word. The divorce petition had hurt him the most and he suffered greatly. Osman the English was so ashamed that he could not get out of his house. That tall and well-built man became overweight and died of grief. Fehmi buried him when nobody wanted to bury him. On the trial day, Meral did not even look at his face at the court and told the judge “irreconcilable differences” for her reason to divorce. She hired the best attorney in the country whereas Fehmi asked for a help from a lawyer in the neighborhood. Like every honored person would do, he said “if she wants a divorce, then let’s divorce.” Everybody told him not to give up his money but Fehmi did not care. All of these happened because of the money he won. 
He sold the new house bought for himself and started drinking and gambling heavily. He went back to his parents’ house after he lost everything. Since he did not have any occupation, he began to sell lottery tickets. Some people in the neighborhood mocked him for a while. He never kept the last tickets for himself again. He talked to himself a lot in the alehouse: “If I didn’t win the lottery, I would be a happily married man with children”. He never said a single bad word about Meral even though he sometimes thought about it. Son, Fehmi was sad about losing his beloved rather than his money. Therefore, I never buy the last tickets. As you pointed it out, I want to keep my inner peace. 
The old man got up like a branch just turned green. 
“Ok, pop. I will buy one.”
“You misunderstood, son. I didn’t tell this story to sell you a ticket.”
“No, I really want to buy it.”
“No ticket for you! Goodbye. Give your blessing for the tea.”
“I do.”
The old man went away, swinging the last three tickets in his hand. My tea had gotten cold and the old man’s story and Fehmi had sat at my table. The waiter, putting my fresh tea on the table, said:
“Did he tell you?”
“Tell me what?”
“His story.”
“What, was this his story?”
“Very few people know the old man Fehmi’s story. He doesn’t tell it to everybody though.”
“Really?”
“Don’t tell anybody but he had paid for my circumcision ceremony.”
I was both astonished and sad. I heard the old man yelling:
“Last tickets!”

(1) In Turkish, we have a word “Gavur” which we use for people who are not Muslim. 
(2) Traditional Turkish alcoholic drink.






1 σχόλιο:

  1. περιμενα τοσο καιρο να βρω εδω παλι τις ιστοριες του. πηρα μεγαλη χαρα αποψε. ειλικρινα ευχαριστω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Συνολικές προβολές σελίδας