Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Kafasina Gore Τεύχος 21: Μια αναπνοή στο σκοτάδι.

Μια αναπνοή στο σκοτάδι. 

Στο τηλέφωνο ο Χακάν με λυπημένη φωνή και κοφτές αναπνοές είπε:

- Ο παππούς μου πέθανε...

Ο θείος Ισμέτ, ο παππούς του Χακάν, ο συμβουλάτορας της παιδικής μου ηλικίας, με τα τυφλά του μάτια, ήταν το κλειδί για τα μάτια της ψυχής μου. Είχε τυφλωθεί μετά από τον πυρετό μιας παιδικής αρρώστιας. Στον σκοτεινό του κόσμο,από τα παιδικά του χρόνια, μπορούσε να βρει φωτεινά χρώματα, να τα βάλει στην καρδιά του και να τα κουβαλάει στη ζωή του για 90 χρόνια. Η τύφλωση δεν ήταν κατάρα για αυτόν. Όταν τον ρωτούσαν για τον σκοτεινό του κόσμο, έβγαζε τον καπνό από το τσιγάρο του και άλλαζε θέμα. Έδειχνε πιο νέος σε σχέση με τους συνομηλίκους του και περπατούσε στητά. Αν ρωτούσες την κυρία Χατιτσέ για αυτόν θα σου έλεγε ότι φόραγε πάντα πουκάμισο και γραβάτα στις επίσημες περιστάσεις. Αν ρωτούσες τον γείτονά του, θα σου έλεγε ότι ήταν πάντα ανέμελος, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του, δεν ανησυχούσε ποτέ, ούτε τον στεναχωρούσε τίποτα, είχε απλά τη δική του ιδιαίτερη αντίληψη για τη ζωή. Κανένας δεν με ρώτησε, αλλά αν κάποιος με ρωτούσε, θα μπορούσα να πω πολλά. Χαμογελώντας με τα τυφλά του μάτια, σε προσκαλούσε στο λούνα-παρκ του σκοτεινού του κόσμου.


Όταν εγώ και ο Χακάν κάναμε πλάκες, οι γονείς μας μας τιμωρούσαν και  τρύπωνε μέσα στην τρέλα μας με την απαλή του φωνή, χαϊδεύοντας τα κεφάλια μας. Αν τον έβλεπες να καπνίζει ένα τσιγάρο, θα έβλεπες ένα υπέροχο έργο τέχνης. Έπαιρνε το τσιγάρο στα χέρια του, το μύριζε, το έβαζε στα χείλη του και έβγαζε τον καπνό από το τσιγάρο σαν να διάβαζε ένα ερωτικό ποίημα. 

-Έπρεπε να το δεις αυτό...

Τα παιδιά του του ζητούσαν να σταματήσει το κάπνισμα, αλλά ο θείος Ισμέτ τραβούσε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του και έλεγε: « Δεν ήρθα σε αυτόν τον κόσμο για να  ζήσω την ώριμη ηλικία μου.»

Δεν έχανε το χαμόγελό του ούτε και τον τρόπο που περπατούσε. Περπατούσε με μικρά βήματα χωρίς να κάνει ερωτήσεις, φτάνοντας ακριβώς εκεί πού ήθελε να πάει. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του Χατιτσέ, μια μικρή καμπούρα εμφανίστηκε στην πλάτη του, και αυτό έγινε το σύμβολο της μοναξιάς του, δεν είναι εύκολο να λες: «Έχασα την εδώ και πενήντα χρόνια σύντροφό μου, ήταν η συνοδοιπόρος ολόκληρης της ζωής μου.»

Στις 23 Απριλίου και 29 Οκτωβρίου, επίσημες αργίες στην Τουρκία, έπαιρνε όλα τα παιδιά από τη γειτονιά και τα πήγαινε στο στάδιο  «19ης Μαΐου» στην Άγκυρα με ταξί. Με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του που έμοιαζε με το κουλούρι της Άγκυρας, γύρναγε με μια χαρά που ζέσταινε τις καρδιές μας. Κάναμε πολλά δρομολόγια με τις γιορτινές σημαίες στα χέρια, πηγαίναμε να γιορτάσουμε. «Οι γιορτές πρέπει να γιορτάζονται», αυτά δεν είναι δικά μου λόγια, αυτά ήταν λόγια του θείου Ισμέτ...

Ήταν η πρώτη μέρα της γιορτής, η μητέρα μου είχε καθαρίσει κάθε γωνιά του σπιτιού. Έβγαλα τα καινούργια μου ρούχα από τη συσκευασία τους, με χαμογελαστά πρόσωπα, οι καλεσμένοι μας είχαν τοποθετηθεί στρατηγικά στο τραπέζι ανάλογα με την ώρα άφιξής τους. Σοκολάτες και γλυκά περίμεναν τα παιδιά να χτυπήσουν τις πόρτες των γειτόνων, και οι γεύσεις της γιορτής συνδέονταν με τη μυρωδιά της κολόνιας λεμόνι. Ο θείος Ισμέτ, που αγαπούσε πολύ τον πατέρα μου, ήρθε σπίτι μας να γιορτάσει την πρώτη ημέρα. Σύμφωνα με την παράδοση, η πρώτη ημέρα ήταν η πιο σημαντική. Μια επίσκεψη την πρώτη ημέρα της γιορτής ήταν μια έκφραση αγάπης, σεβασμού και ανατροφοδότησης για αμοιβαίες επισκέψεις. 

Όποιο και αν ήταν το θέμα των συζητήσεων ο αφηγητής ήταν ο θείος Ισμέτ. Ό,τι και να έλεγε, δεν θα μπορούσα να συγκρατήσω το γέλιο μου, και με το παραμικρό νόημα του πατέρα μου, γελούσα κρυφά μόνος μου. Τα παιδιά χαμογελούν με αυτά που λένε οι μεγάλοι, είναι ένα σημάδι ότι υπάρχουν ακόμη πράγματα στη ζωή που σε κάνουν να χαμογελάς.

Όταν ο θείος Ισμέτ τελείωσε το τσιγάρο του, έβαλε το χέρι του μέσα στο σακάκι του για να βρει άλλο. Με μια μικρή κίνηση του χεριού του, συνειδητοποίησε ότι το πακέτο των τσιγάρων τελείωσε, ο πατέρας μου του πρόσφερε τα τσιγάρα από το τραπέζι.

-Δεν είναι από τα δικά μου, είναι διαφορετικά.

Δεν κάπνιζαν τότε στο μπαλκόνι ή κοντά στο παράθυρο της κουζίνας, κάπνιζαν στο καθιστικό, εκεί όπου κάθονταν όλοι.

-Θα πάω να σου αγοράσω, θείε Ισμέτ.

-Αν μπορείς. 

Ο καφές δεν ήταν ακόμα έτοιμος και οι ιστορίες δεν είχαν αρχίσει. Έβαλα τα χρήματα στην τσέπη μου και έτρεξα στο κατάστημα. Θα επέστρεφα γρήγορα και θα ήμουν στο σπίτι όταν ο καφές ήταν έτοιμος. Σήμερα ήταν η πρώτη μέρα της γιορτής κι έτσι το κατάστημα στη γειτονιά ήταν κλειστό. Άρχισε να νυχτώνει. Έτρεξα αμέσως στο κατάστημα σε μια κοντινή γειτονιά και η μύτη μου χτύπησε στην πινακίδα "Κλειστό". Θα γύρναγα πίσω και θα έψαχνα ένα ανοικτό σούπερ μάρκετ. Η αίσθηση της ευθύνης στα παιδιά, σε αντίθεση με αυτά που μάθαμε αργότερα, ήταν αμερόληπτη, συνειδητή και ειλικρινής. Δεν μπορούσα να πάω σπίτι με άδεια χέρια, έτσι πήγα και έψαξα μέσα στη νύχτα για ένα ανοιχτό κατάστημα. Ήταν τόσο μακριά από το σπίτι που θα μπορούσα να χαθώ στον δρόμο της επιστροφής. Το μικρό μέγεθος των ποδιών μου με έκανε να υπερβάλλω την έννοια της απόστασης, θα μπορούσα να πω ότι ήμουν τρία έως τέσσερα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου.

Τα καινούργια μου ρούχα ήταν σκονισμένα. Τα πόδια μου έκαιγαν, ο ιδρώτας έτρεχε μέσα από την κοιλιά μου και το σώμα μου έγινε μια βαθιά λίμνη. Ήμουν έτοιμος να επιστρέψω στο σπίτι, όταν είδα ένα ανοιχτό κατάστημα, που φαινόταν από τη φωτεινή επιγραφή που αναβόσβηνε ανάμεσα σε δύο κτίρια. Κράτησα την αναπνοή μου και με την ηρεμία του ανθρώπου που έφτασε στο στόχο του, μπήκα μέσα στο παντοπωλείο. Φοβόμουν ότι δεν θα είχαν τα αγαπημένα τσιγάρα του θείου Ισμέτ. Κοιτάζοντας γύρω γύρω τα ράφια στο κατάστημα, βρήκα τα τσιγάρα που κάπνιζε ο θείος. Το κεφάλι μου ήταν καλυμμένο από τη σκόνη του δρόμου και τα χρήματα που κρατούσαν σφιχτά τα ιδρωμένα χέρια μου ήταν βρεγμένα. Η εμφάνισή μου δεν ήταν καλή. Ο πωλητής μου έδωσε το πακέτο και είπε:

-Δεν θα καπνίσεις, έτσι δεν είναι;

Αυτή η ερώτηση ήρθε από εκεί που δεν το περίμενα, ήταν κρυμμένες  μέσα μου, φωνές των οποίων τα ονόματα δεν ήξερα. Ο πωλητής μου έδωσε τα ρέστα, κι εγώ:

-Θέλω και σπίρτα. 

Τι θα έκανα; Θα έπαιρνα και θα κάπνιζα ένα από τα τσιγάρα του θείου Ισμέτ; Η αδρεναλίνη, που προκλήθηκε από τις εγκληματικές πράξεις μου, προκάλεσε μια δυσάρεστη αίσθηση στο παιδικό μου σώμα. Έφυγα βιαστικά χωρίς να κοιτάω πίσω. Πήγα σε μια γωνιά και με τον ανόητο ενθουσιασμό κάποιου που καπνίζει για πρώτη φορά, έβγαλα το πακέτο και πήρα ένα τσιγάρο. Έβαλα το τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη μου και το κάπνισα. Είχα την αίσθηση ότι  άχυρα και ζιζάνια κυλούσαν μέσα από το στόμα μου. Ο βήχας στα πνευμόνια μου με έκανε να κλάψω. Πριν το χέρι και το πρόσωπό μου πότιζαν από τη μυρωδιά του τσιγάρου, το πέταξα στο έδαφος.

Δεν είχα ρολόι, αλλά ένιωσα ότι ήμουν μακριά από το σπίτι πολλές ώρες. Καθώς επέστρεφα, σκεφτόμουν πώς να διορθώσω τη συσκευασία των τσιγάρων. Μπορούσα να μετρήσω το επίπεδο νικοτίνης στη μυρωδιά των χεριών μου. Πλησιάζοντας στο σπίτι, είδα την μητέρα μου, τον πατέρα μου και τους γείτονες μου να τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο. Το όνομά μου ήταν διάσπαρτο στον αέρα, παντού στη σιωπή, προκάλεσα μια φρικτή κατάσταση. Όλη η γειτονιά βρισκόταν στο δρόμο ψάχνοντας για μένα. Κρύφτηκα πίσω από μια κολόνα και σκεφτόμουν τι να κάνω, πώς να συμπεριφερθώ, προσπαθώντας να βρω στο μυαλό μου τη σωστή απάντηση. Υποθέτω ότι ήμουν έξω περισσότερο από όσο υπολόγιζα, και ο μπελάς με το άνοιγμα του πακέτου των τσιγάρων γινόταν όλο και μεγαλύτερος. Είδα τους ανθρώπους που με έψαχναν. Την μητέρα μου με μια ανησυχητική έκφραση στο πρόσωπό της. Τον Χακάν, που μόλις είχε ξυπνήσει και προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν, και έναν γείτονα που προσπαθούσε να παρηγορήσει τη μητέρα μου. Προσπαθούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Και ό,τι είδα ήταν πραγματικό. Ένιωσα την αίσθηση μιας πραγματικότητας που δεν μπορούσε να παίξει ένας σπουδαίος ηθοποιός ο οποίος είναι υπό τις οδηγίες ενός μεγάλου σκηνοθέτη.

Το παιδικό μου σώμα είχε ταραχθεί από τα πραγματικά συναισθήματα, και η πραγματικότητα πρέπει να έχει επίσης όρια, ένιωθα σαν να παρακολουθούσα τις κρεβατοκάμαρες των γνωστών μου, κοιτώντας στους πιο προσωπικούς τους χώρους. Προφανώς, η πραγματικότητα είναι η σύντροφος του ηθικού μέτρου. Από την κολόνα, παρατηρούσα ολόκληρη την περιοχή από ευρεία γωνία. Η θλίψη της μητέρας μου αυξανόταν κάθε στιγμή, έφτασε ένα περιπολικό της αστυνομίας, φοβόμουν ότι μικρές σπίθες φόβου θα άρχιζαν να με βλάπτουν. Τα φώτα του περιπολικού ζωγράφιζαν με μπλε τη γειτονιά και με κόκκινο  το πρόσωπό μου και το κλίμα αντανακλούσε την κατάσταση του εσωτερικού μου κόσμου. Οι σκιές εκείνων που με έψαχναν ήταν πολύ ανησυχητικές. Ο αέρας έγινε λίγο πιο κρύος και το κρύο αεράκι της Άγκυρας έδειχνε τα δόντια του με μικρά τσιμπήματα. Κουρασμένος, κατέρρευσα εκεί που ήμουν.

Υπήρχε μια σκιά στην κολόνα, ένα ζεστό χέρι άγγιξε το λαιμό μου. Η φωνή του θείου Ισμέτ άγγιξε την ψυχή μου: «Άτακτο παιδί ...»

Δεν ήξερα τι να πω. Ήμουν έκπληκτος που ο θείος Ισμέτ με βρήκε μέσα στο σκοτάδι. 

-Συγνώμη θείε Ισμέτ, ορίστε τα τσιγάρα σου... 

Ήμουν άφωνος. Πήρε τα τσιγάρα, τα έβαλε στην εσωτερική του τσέπη και με άρπαξε με το ζεστό του χέρι στο πίσω μέρος του λαιμού μου: «Ας πάμε σπίτι...»

Καθώς περπατούσαμε προς το σπίτι, επικρατούσε βαριά σιωπή. Όλοι ήταν έκπληκτοι που με είχε βρει ο θείος Ισμέτ. Ο θείος Ισμέτ περπατούσε σαν ήρωας. Το χέρι του πίεσε ελαφριά το κεφάλι μου και μου είπε με χαμηλή φωνή:

-Δεν θα καπνίσεις ξανά, έτσι; 

Έμεινα άφωνος.

Κάθε πρόταση που προσπαθούσα να κάνω χανόταν στο σκοτάδι. Δεν θα καπνίσω ποτέ ξανά στη ζωή μου, κρατώντας την υπόσχεση που του έδωσα.

Ο Χακάν στο τηλέφωνο, συγκλονισμένος με τη θλιβερή του φωνή, μου είπε:

-Ο παππούς μου πέθανε .

Έκλεισα το τηλέφωνο. Σε κάθε γωνιά του σπιτιού, οι αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία στροβιλίστηκαν, ανακατεύτηκαν με το αεράκι που έμπαινε από το παράθυρο και χάιδευαν το πρόσωπο μου όπως η φωνή του θείου Ισμέτ. Είχα ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου, σαν τσιγάρο, μια λεπτή οδοντογλυφίδα με σκοπό να καθαρίσω τα δόντια μου. Δεν έχει ανακαλυφθεί φόρμουλα για να ανακαλέσεις τις αναμνήσεις σου.
Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια ανάσα στο σκοτάδι.
        -------------------------------------------------------------------------

A Breath in the Darkness “Karanlığın İçinde Bir Nefes” by Engin Akyürek, #21 ed. Kafasina Göre Magazin
ENGIN PUERTO RICO - AKYÜREK PUERTO RICO

On the phone, Hakan with a sad voice and short breaths said:
-My grandfather died...
The uncle Ismet, Hakan's grandfather, the counselor of my childhood, with his blind eyes, was the key to the eyes of my soul. He was blind because of the fever of an illness in his childhood. In his dark world, from his childhood, he was able to find bright colors, place them in his heart and carry them in his life for 90 years. Blindness did not become a curse. When he was asked about the dark world, he pulled out a puff of his cigarette and changed the subject. He looked younger than his fellows and walked upright. If you ask Mrs. Hatice about him, she would tell you that he always wore a shirt and tie at formal occasions. If you ask your neighbor, he would tell you that he was totally lost, with a smile on his face, he had never been worried or saddened by anything, he simply had a particular perception of life. No one asked me, but if someone ask me, I could say a lot. Smiling with his blind eyes, he invited you to the amusement park of his dark world.
When Hakan and I did pranks, our parents punished us and he crawled into our madness with a soft voice, stroking our heads. If you saw him smoking a cigarette, you would see a magnificent masterpiece. He took a cigarette in his hands, sniffed it, put it on his lips and blew out cigarette smoke as if he were reading a love poem.
-You had to see it...
His children asked him to quit smoking, but Uncle Ismet was always taking a puff of his cigarette and saying: "I have not come to this world to build."
He did not lose his smile or the way he walked. He walked in small steps without asking questions, arriving exactly where he wanted to go. After the death of his wife Hatice, a slight curve appeared on his back, and this became the symbol of his loneliness, it is not easy to say: "I lost my companion for fifty years, she was the travel companion of my whole life".
On April 23, October 29 and May 19, official holidays in Turkey, he took all the children from the neighborhood to Ankara by taxi. With the smile on his face similar to the simit of Ankara, he returned with a fresh joy warming our hearts. On several round trips, with the slogan and the festive flags in our hands, we went to celebrate. "The parties must be celebrated", these are not my words, they were from Uncle Ismet...
It was the first day of the festivities, my mother had finished sorting and cleaning every corner of the house. I took my new clothes out of their packaging, smiling faces, the guests were strategically placed on a table, depending on their arrival order. Chocolates and sweets waited for the children to knock on each neighbor's door, and the holiday’s flavor, was associated with the of lemon cologne smell. Uncle Ismet, who loved my father, came to celebrate the first day. According to the rule, this first day was the most important, a visit on the first day of the holidays is considered an expression of love and respect and feedback on reciprocal visits.
Whatever the subject of the conversations was, the narrator was Uncle Ismet. Whatever he was saying, I could not contain my laughter, and with the slightest movement of my father's forehead, I laughed to myself. Children smile at what adults say, it is a sign that there are still things in life that make you smile.
When Uncle Ismet finished his cigarette, he put his hand inside his jacket to find another. With a slight movement of his hand, he realized that cigarettes pack was over, my father offered him the cigarettes on the table.
-They are not mine, they are different.
They did not smoke on the balconies or near the kitchen window, they smoked in the living room, in the place where everyone sat.
-I will go to buy, Uncle Ismet.
-Do not worry.
The coffee was not ready and the stories had not started, yet. I put the money in my pocket, and ran to the store. I would return quickly and would be home when the coffee was ready. Today was the first day of the festivities, so our neighbor's store was closed. Immediately, I ran to the store in a nearby neighborhood and my nose hit the "Closed" sign. I would go back and seek for an open supermarket. The sense of the children responsibility, unlike the learning, was disinterested, conscious and honest. I could not go home empty-handed, so I went and looked in the dark for an open store. It was so far from the house. The small size of my legs made me exaggerate the concept of distance, I could say that I was three to four kilometers from my house.
My new clothes were dusty. My feet were burning, the sweat was flowing through my belly and my body became a deep lake. I was about to return to the house when I saw an open store, marked by a mysterious luminous sign between two buildings. I held my breath and, with the calm of the man who reached his goal, I got inside the grocery store. I was afraid that they would not have Uncle Ismet’s favorite cigarettes. Looking around the shelves in the store, I found the cigarettes my uncle smoked. My head was covered with road dust and the money held tightly in my sweaty hands was wet. My appearance was not good. The seller asked me to give him the package and said:
-You will not smoke them, right?
This question came from an unexpected spot, hidden voices whose names I did not know. The seller gave me the box, me:
-And matches.
What would I do? Would I take one of Uncle Ismet's cigarettes? The adrenaline, caused by my criminal acts, caused an unpleasant feeling in my child’s body. I left in a hurry without looking back. I went to a corner and with the meaningless excitement of someone who smokes for the first time, I punched the package and took one cigarette. I put the cigarette between my lips and smoked it. I had the feeling that straw and weeds flowed through my mouth. The cough of my lungs made me cry. Before my hand and face were saturated by the smell of cigarette, I threw it to the ground.
I did not have a watch, but I felt that I had been away from the house for many hours. On my way back, I was thinking about how to fix the package of cigarettes. I could measure the nicotine level in the smell of my hands. Approaching the house, I saw my mother, my father and my neighbors ran from one place to another. My name was scattered in the air, throughout the silence, I provoked an horrible situation. The whole neighborhood was out on the street looking for me. I hid behind a pillar thinking about what to do, how I will behave, trying to find in my head the right answer. I guess I had been out more than I thought, and the trouble with opening the pack of cigarettes was getting bigger and bigger. I saw the people who were looking for me. My mother with a worried expression on her face. Hakan, who had just woke up, and a neighbor’s argument trying to comfort my mother. I was trying to understand what was happening. And everything I saw was real. I felt the sensation of a reality that could not be played by a great actor who is under the advice of a great director.
My child’s body was disturbed by real feelings, reality must also have limits, I felt as if I was looking at the most intimate place in the acquaintances room. Apparently, reality is a companion of a moral measure. From the pillar, I observed the whole area from a wide angle. My mother's distress gradually grew, a police car arrived, I was afraid that small sparks of fear would start to hurt me. The police car lights drew blue and red throughout the entire zone, and my face reflected the state of my inner world. The shadows of those who were looking for me were very alarming. The air became a little colder, and the cold Ankara breeze showed its teeth with small stings. Tired, I collapsed where I was.
There was a shadow on the pillar, a warm hand touched my neck. The voice of uncle Ismet came to my soul: "Naughty boy..."
I did not know what to say. I was surprised that uncle Ismet found me in the dark.
-I'm sorry uncle Ismet, take your cigarettes...
I'm speechless. He took the cigarettes, put it in his inside pocket and grabbed the back of my neck with his warm hand: "Let's go home..."
As we walked towards the house, everything was in a heavy silence. Everyone was surprised by the fact that uncle Ismet had found me. Uncle Ismet walked like a hero. His hand pressed my head down slightly, and in a low voice told me:
-You will not smoke again, right?
I was speechless.
Any proposal I tried to make was lost in the dark. Never again in my life I will smoke again, keeping the promise I made to him.
Hakan on the phone, overwhelmed by his sad voice, told me:
-My grandfather died.
I hung up the phone. In every corner of the house, my childhood memories spinned around, mixed with the breeze that came through the window, and stroked my face with uncle Ismet voice. I had a half smile on my face, in my mouth, like a cigarette, an elegant toothpick with the intention of cleaning my teeth. The formula of a memories method had not been developed. Closing my eyes, I took a breath in the darkness.
      --------------------------------------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας