Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Kafasina Gore Τεύχος 14: Το να φεύγεις.

ΤΟ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙΣ-  Engin Akyurek

Συνήθιζε να κρύβεται πίσω από τις προτάσεις. Ωστόσο, δεν μου άρεσαν τα ορατά πράγματα και συνήθιζα να χτίζω παγόβουνα με αόρατες προτάσεις.

Τα λόγια της συνεχίστηκαν και συνεχίστηκαν. Δεν πήρε ούτε μία ανάσα για να προσθέσει ένα κόμμα ανάμεσα στις μακριές της προτάσεις.

«Φεύγω», είπε.

Πρέπει πάντα το ρήμα «φεύγω» να είναι τόσο βίαιο από τη φύση του; Η εποχή ή η χρονική περίοδος που ζούσαμε δεν είχε σημασία. Καθισμένοι σε ένα τραπέζι και φλυαρώντας με έναν τρόπο που ταίριαζε σε αριστοκράτες των μοντέρνων καιρών, είχαμε ρίξει όλη μας την ωμότητα στη φωτιά. Όλες οι προτάσεις , που ακολούθησαν το ρήμα «φεύγω», κατέβαιναν τον δρόμο με τη μέγιστη ταχύτητα, σαν ένα φορτηγό, που του είχαν σπάσει τα φρένα. Είχαμε εξομοιώσει τις χρονολογικές τύψεις του παρελθόντος με τα βάσανα, που υπέστησαν οι άνθρωποι σε όλη την ιστορία. Όταν λέω «είχαμε εξομοιώσει», τα είχα απλά μόλις ακούσει και, ακούγοντας τα, είχα συμπράξει σε όλα από ντροπή. Πάντα πιστεύω ότι οι άνθρωποι που υποφέρουν από πονόδοντο αισθάνονται τον ίδιο πόνο. Αν και οι πόνοι που μας ένωναν φαίνονταν τόσο απλοί, το να βρούμε δυο λέξεις για να εκφράσουμε τον πόνο της καρδιάς μας ήταν πολύ δύσκολο.
Οι όμορφες μέρες, των οποίων οι χυμοί σκορπίστηκαν, σαν να είχαν τυλιχτεί γύρω από το μίξερ μέσα στην τραχεία, είχαν πια μετατραπεί σε απόβλητα του πεπτικού μας συστήματος.

Η δύναμη όλων των φωνών είχε κοπεί κατά τη διάρκεια της σιωπής. Οι λέξεις «Φεύγω» περίμεναν να εκραγούν, σαν μια χειροβομβίδα που έριξαν πάνω μας. Αν οι στιγμές που περάσαμε στη σιωπή μεγάλωσαν σε διάρκεια μετά από όλες αυτές τις γεμάτες προτάσεις,που είχαν ειπωθεί, τότε αυτό σήμαινε ότι αυτές οι προτάσεις έγιναν άδειες προτάσεις. Μια χρονική περίοδος που περίμενε να εκπνεύσει ο χρόνος και μετέτρεψε το να καθόμαστε γύρω από το τραπέζι σε ένα επίσημο καθήκον, είχε γεννηθεί. Υπήρχαν άγραφοι απάνθρωποι κανόνες, χωρίς όνομα. Αυτός που μπορούσε να παραμείνει δυνατός, μπορούσε να ζητήσει τον λογαριασμό και να φύγει. Το να είσαι δυνατός ήταν ένα σημαντικό ζήτημα, γιατί τα μαθήματα που είχαμε πάρει στην παιδική μας ηλικία, μας επέβαλλαν να είμαστε δυνατοί. Αυτός που έμεινε στο τραπέζι περισσότερο από τον άλλο, φαινόταν ότι υπέφερε και αγαπούσε περισσότερο. Δεν ήταν αυτό υποκρισία;

Υποθέτω ότι δεν ήθελα να είμαι υποκριτής και είπα «Όπως θέλεις».


Αυτά τα λόγια, για ώρες ή ακόμα και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της σχέσης μας, καταγράφηκαν ως το μόνο πράγμα που θα μπορούσα να ξέρω.

Ξέρω ότι θα υπήρχε άλλη μια στιγμή σιωπής και όλες οι προτάσεις θα επανέρχονταν με την πρώτη σφαίρα. Μπορούσα να δω σύννεφα θυμού στα μάτια της, γιατί είπα «Ας φύγουμε». Αλλά αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον και, πρώτα και κύρια μπορούσαμε να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον.

Ζήτησα τον λογαριασμό. Ο σερβιτόρος είχε φέρει πίσω τα ρέστα με μια προθυμία που δεν περίμενα από αυτόν. Η πρώτη πρόταση που αρθρώνεται όταν τελειώνει μία σχέση μπορεί να περιγράψει τα πάντα σαν ένα ιστορικό σημείωμα. Φορέσαμε τα μπουφάν μας και σηκωθήκαμε σαν δύο ξένοι, χωρίς να κοιτάμε ο ένας στον άλλο.

«Θέλεις να σε πάω;» είπα με το ζόρι. Τα σώματά μας είχαν την αφέλεια δύο ανθρώπων που μόλις συναντήθηκαν και τα πρόσωπά μας ήταν ανειλικρινή.

«Μπορώ να πάω μόνη μου». Δεν μπορούσα να της απαντήσω λες και δεν την είχα πάει ποτέ πριν.

Στεκόμασταν όρθιοι και περιμέναμε. Το μέλλον μας ήταν κολλημένο γύρω από ένα τραπέζι. Πώς μπορεί κάποιος να μην γελάσει με αυτή την κατάσταση; Γινόμασταν όλο και πιο μικροί, γινόμασταν ένα από τα χαλύβδινα πόδια ενός τραπεζιού σε αυτόν τον τεράστιο κόσμο. Αυτή ήταν που ήθελε να φύγει αλλά τώρα και οι δυο μας ήμασταν αυτοί που δεν μπορούσαν να φύγουν. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που καταστρέφουν αυτές τις στιγμές. Ενώ περιμέναμε όρθιοι, κάτι που μπορεί να διήρκεσε μόλις 10 δευτερόλεπτα, και ήμασταν έτοιμοι να τελειώσουμε, είδαμε έναν παλιό φίλο. Και οι δυο μας τον χαιρετίσαμε ταυτόχρονα, τον αγκαλιάσαμε ταυτόχρονα και τον φιλήσαμε. Χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει πόσο αγαπητός ήταν, έγινε ο επίτιμος προσκεκλημένος του τραπεζιού μας του οποίου τον λογαριασμό είχα μόλις πληρώσει. Τα μενού τόσο μεγάλα όσο ένα κρεβάτι ήρθαν πίσω και θελήσαμε να παίξουμε την παράταση μιας τελειωμένης σχέσης μέχρι το τελευταίο τσάι.

«Δεν θέλω να σας κρατάω παιδιά. Ήσασταν έτοιμοι να φύγετε.»

Αν και ο φίλος μου, με ένα βλέμμα έκπληξης στο πρόσωπό του, προσπαθούσε να είναι ευγενικός, θα είχε παραγγείλει άλλο ένα τσάι αν ήξερε πόσο αγαπητός ήταν.

«Έχω καιρό να σας δω. Ας πιούμε ένα τσάι. Κερνάω εγώ.»

Ενώ ο φίλος μας έπινε το τσάι του, μπορούσαμε να μιλήσουμε τόσο όσο διαρκούσε ένα ποτήρι τσάι. Αν μπορούσα, θα έφερνα ένα σαμοβάρι στη μέση του τραπεζιού. Δεν είχε σημασία αν ο φίλος μου μιλούσε, αρκεί να συνέχιζε να πίνει το τσάι του. Παίζαμε το ρόλο των εραστών, σαν να είχε φύγει ένα βάρος από τους ώμους μας. Είχα παραγγείλει άλλο ένα τσάι χωρίς να έχω τελειώσει αυτό που είχα. Την ώρα που ο φίλος μου ήταν έτοιμος να φύγει υποκρινόμενος ότι έπινε την τελευταία γουλιά του τσαγιού του, του είχα σερβίρει το γλυκό του με τα ίδια μου τα χέρια. Είχαμε κάνει μία από τις κοινές μας αναμνήσεις από το αρχείο των αναμνήσεων μας πολύτιμη και μιλούσαμε για κάθε στιγμή αυτής της ανάμνησης. Κατά τη διάρκεια του πιο κρεμώδους μέρους του γλυκού, αρχίσαμε να μιλάμε για τη σχέση μας.

«Ορκίζομαι, εσείς οι δύο ταιριάζετε πάρα πολύ ο ένας με τον άλλον.»

Είχαμε κουνήσει καταφατικά το κεφάλι μας χαμογελώντας με το ζόρι, χωρίς να δείξουμε τα δόντια μας.

«Ορκίζομαι, ταιριάζετε πολύ.»

Δεν είχαμε κουνήσει καταφατικά το κεφάλι ούτε είχαμε χαμογελάσει με το ζόρι αυτή τη φορά, αλλά οι καρδιές μας είχαν καεί από τον πόνο. Είχα πάρει ένα αλαζονικό ύφος και, ρίχνοντας της μια ματιά σαν να της έλεγα «Εσύ ήσουν αυτή που ήθελε να φύγει», γέλασα με το ζόρι. Είχαμε ταΐσει τον φίλο μας, παρατείναμε τη ζωή του και τον κατακλύσαμε με την προσοχή μας.

«Επιτρέψτε μου να φύγω, δεν θέλω να σας κρατάω παιδιά».

«Περίμενε... Γιατί βιάζεσαι;» Είχα πει την πιο ψεύτικη πρότασή μου. Ο φίλος μας είχε σηκωθεί και μας αγκάλιασε γύρω από τον λαιμό, έχοντας πάρει θάρρος από την πλημμύρα συναισθημάτων που είχαμε δείξει πριν από λίγο. Είναι πολύ δυσάρεστο να βλέπεις κάποιον να φεύγει. Παρακολουθούσαμε τον φίλο μας να απομακρύνεται. Είχαμε δημιουργήσει λανθασμένες μεταφορές για τους εαυτούς μας. Ποιος θα έλεγε την πρώτη πρόταση; Και η επίδραση της πρώτης πρότασης θα έμενε σαν η τελευταία πρόταση;

Ο ενοχλητικός σερβιτόρος είχε φέρει πάλι τον λογαριασμό και μπλόκαρε όλες τις τεχνικές δυνατότητες. Δεν υπήρχε ούτε μια πρόταση στην οποία θα μπορούσα να καταφύγω ούτε μια χρονική περίοδος που θα μπορούσε να καταδικαστεί σε σιωπή. Δεν είχαμε σηκωθεί αυτή τη φορά. Κάναμε ότι ήμασταν απασχολημένοι με τα τηλέφωνά μας και μοιάζοντας ήρεμοι, είχαμε σκλαβωθεί από την περηφάνια μας. Κοιτάζοντας επίμονα τα τηλέφωνά μας και χωρίς να κοιτάμε ο ένας τον άλλο, σηκωθήκαμε ταυτόχρονα. Μια παράλογη πρόταση «Θα μπορούσαμε να ζήσουμε σε έναν πολύ ειλικρινή κόσμο αν μπορούσαμε να δούμε τις φωνές του μυαλού μας», είχε κολλήσει στο κεφάλι μου. Δεν θα ήταν καταπληκτικό αν μπορούσε να διαβάσει το μυαλό μου, αν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα συννεφάκι κειμένου με το «Μην φεύγεις» πάνω στο κεφάλι μου; Γυρίζοντας αυτά ξανά και ξανά στο μυαλό μου, έστειλα όλα τα τοτέμ που ήξερα στο σύμπαν και, ευχόμουν αυτή να μπορούσε να δει, στα συννεφάκια που θεωρούσα ότι υπάρχουν πάνω από την καρδιά μου. Ο άσπλαχνος σερβιτόρος είχε σηκωθεί κι αυτός μαζί μας σαν να περίμενε να φύγουμε και να καθαρίσει το τραπέζι. Ήταν ώρα να φύγουμε από το τραπέζι που έβαλε μια τέντα ακριβώς δίπλα στην καρδιά μας. Είχαμε μετακινηθεί ταυτόχρονα και σπάσαμε τη σιωπή μας ταυτόχρονα.

«Θέλεις να σε πάω;»

«Μπορώ να πάω μόνη μου.» Δεν είχαμε μια τρίτη πρόταση να πούμε εκείνη τη στιγμή. Μόλις ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, ο φίλος μας έτρεξε  προς το μέρος μας και ρώτησε:  «Αύριο είναι τα γενέθλιά μου. Θα έρθετε;» Είχαμε κάνει το καλύτερο που κάναμε πάντα και απαντήσαμε ταυτόχρονα: «Βέβαια.» Ο φίλος μας είχε γίνει ο σωτήρας μας. Παρακολουθούσαμε τον σωτήρα μας να επιστρέφει στο τραπέζι του και, γυρνώντας τα χαμογελαστά μας πρόσωπα ο ένας στον άλλο, είχαμε ψιθυρίσει, αλλά όχι ταυτόχρονα αυτή τη φορά:

«Θα πιούμε άλλο ένα τσάι;»
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(Thanks to EAUFC for English translation. 

TO GO:
By Engin Akyurek @ KafasinaGore Magazine
[Translated by Engin Akyurek Universal Fans Club]
She used to have a habit of hiding behind sentences. However, I didn’t like visible things and used to build icebergs with invisible sentences.
Her words went on and on. She didn’t even take a breath to add a comma between her long sentences.
“I’m going,” she said.
Does the verb “go” always have to be so cruel by nature? The era or the period of time that we lived in didn’t matter. Sitting at a table and babbling in a manner that suited noblemen of the modern age, we had thrown our entire primitiveness into the fire. All the sentences following the verb “go”, were coming down the road at full speed like a truck having a break failure. We had equated chronological regrets of the past with sufferings that people underwent throughout the history. When I say “equated”, I had just listened to them and, by listening, I had connived at all of the shame. I always think that people who suffer from tooth pain feel the same pain. Although pains that united us seemed so simple, finding a couple of words to express our heartaches were very difficult. Beautiful days whose pulps were expelled as if they got wrapped around the mixer in the trachea had turned into a waste of our digestive system.
The power of all voices cut out during silence. The words “I’m going” were waiting to explode like a hand grenade thrown at us. If the moments that we spent in silence grew in duration after all those crowded sentences that were told then it meant these sentences became empty sentences. A time period that was waiting for this time to expire and making our sitting around the table an official duty, had been born. There were unnamed inhuman rules. The one who could stay strong could ask for the check and leave. Being strong was an important matter because the lessons we were taught during our childhood dictated us to be strong. The one who stayed at the table longer than the other seemed suffered and loved more. Wasn’t this hypocrisy?
I guess I didn’t want to be a hypocrite and said “As you wish.” These words, for hours or even during our entire relationship, were recorded as the only thing that I could know.
I know there would be another moment of silence and all the sentences would rewind back with a first bullet shot. I could see the cloud of anger in her eyes because I said “Let’s go.” But we loved each other and, first and foremost, were able love each other.
I asked for the bill. The waiter had brought back the change with a promptness that I didn’t expect from him. The first sentence uttered after a relationship ended would describe everything like a historical note. We had put on our jackets and stood up like two strangers, without looking at each other.
“Do you want me to drop you off?” I said barely. Our bodies had the naiveness of two people who just met and our faces were insincere.
“I can go by myself.” I couldn’t answer her as if I had never dropped her off before.
We were waiting standing. Our future was stuck around a table. How can’t one laugh at this situation? Getting smaller and smaller, we were becoming one of the steel legs of a table in this huge world. She was the one who wanted to go but now both of us were the ones who couldn’t go. There are some people who ruin these kinds of moments. When our waiting on our feet, which might have lasted only 10 seconds, were about to end, we saw an old friend. Both of us had waved at him at the same time, hugged him at the same time, and embraced him. Without realizing how much he was loved, he became the guest of honor of our table whose bill I just paid. The menus as big as a bed were brought back and we had wanted to play the overtime of an ended relationship until the last tea.
“I don’t want to keep you guys; you were about to leave.”
Although my friend, with a surprised look on his face, tried to be polite, he would have ordered another tea if he knew how much he was loved.
“Long time no see; have some tea. It’s my treat.”
While our friend was sipping his tea, all we could talk was as much as a glass of tea. If I could, I would have brought a samovar in the middle of the table. It didn’t matter whether my friend talked, as long as he kept drinking his tea. We were playing the role of lovers as if a weight was off our shoulders. I had ordered another tea without finishing the one that I had. Just my friend was about to leave by pretending to have the last sip of his tea, I had served his desert with my own hands. We had made one of our common memory from our memory archive valuable and talked about every moment of it. During the creamiest part of the desert, we started talking about our relationship.
“I swear, you two suit each other very much.”
We had nodded our heads, barely smiling without showing our teeth.
“I swear, you do.”
We hadn’t nodded our heads or smiled barely this time, but our hearts had burnt with pain. I had put on an arrogant face and, throwing a glance of “It’s you who wanted to go” at her, I had barely laughed. We had fed our friend, prolonged his life and showered him with our attention.
“Let me go, don’t want to keep you guys.”
“Wait… What’s your rush?” I had said my most lying sentence. Our friend had gotten up and hugged around our neck, encouraged by the flood of emotions demonstrated a while ago. It is very unpleasant to see someone leave. We watched our friend walking away. We had created false metaphors for ourselves. Who would tell the first sentence? And would the impact of the first sentence remain as the last sentence?
The annoying waiter had brought the check again and blocked all technical possibilities. There was neither a sentence in which I could take shelter nor a time period that could be sentenced to silence. We didn’t stand up this time. Making ourselves busy with our phones and looking calm, we had been enslaved by our pride. Staring our phones and without looking at each other, we had gotten up at the same time. An absurd sentence of “We could live in a very sincere world if we could see our mind’s voices,” had gotten stuck in my head. Wouldn’t be awesome if she could read my mind, if I could draw a speech bubble with “Don’t go” on top of my head? Turning them over and over in my mind, I had been sending all the totems I knew to the universe and, wishing that she could see, to the bubbles which I assumed exist over my heart. Remorseless waiter had also stood up with us if he was waiting for us to leave and wiped the table off. It was time to leave the table that set a tent right beside our heart. We had moved at the same time and broken our silence at the same time.
“Do you want me to drop you off?”
“I can go by myself.” We didn’t have a third sentence to say at that moment. Just we were about to leave, our friend rushed to us and asked “Tomorrow is my birthday. Would you come?” We had done the best thing we always did and answered at the same time: “Sure.” Our friend had become our savior. We had watched our savior going back to his table and, turning our smiling faces to each other, we had murmured, but not at the same time this time:
“Shall we have another tea?”
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1 σχόλιο:

  1. These words touch your heart..reminding you moments of pain you lived once..or twice..it gives you a real hope to meet united the beauty of the soul with the physical beauty, into a man's world

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Συνολικές προβολές σελίδας