Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

KafasinaGore: Τεύχος 2 "Τα κεφάλια που μιλάνε."

ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑΝΕ

«Οι άνθρωποι λένε ότι πρέπει να ταξιδέψεις για να δεις τον κόσμο. Μερικές φορές σκέφτομαι πως αν μείνεις σε ένα μέρος και έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, θα δεις ό,τι μπορείς να αντέξεις.» - Auggie Wren (Harvey Keitel) από την ταινία “Smoke”(Καπνός) σε σκηνοθεσία του Wayne Wang και σενάριο του Paul Auster.


Οι συζητήσεις γύρω από το τραπέζι, η εναλλαγή ανάμεσα στο σάλιο και στο οξύ του στομαχιού, και η ζημιά στο αδρανές μέρος του εγκέφαλου μου, η οποία είχε προκληθεί από τον τρεμουλιαστό ήχο της καρέκλας που καθόμουν, σαν να είχε δημιουργήσει  ένα τραύμα, ήταν το αντιπροσωπευτικό σώου της ατμόσφαιρας λόγω του καιρού.Η απόπειρα του καιρού με τη βροχή να μουσκέψει όλη την ανθρωπότητα,  σαν να κυλούσε μόνος του από τον λόφο, ήταν σαν το στριφογύρισμα ενός μικρού παιδιού που θέλει να κάνει τσίσα του. Γι 'αυτό οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ανθρώπους και ήταν σαν τα κράσπεδα των πεζοδρομίων να περπατάνε πάνω στους ανθρώπους.
Ευτυχώς βρήκα ένα τραπέζι και κάθισα. Και κάθισα με τέτοιον τρόπο, που η στάση μου ήταν σαν να ήμουν ένας σπουδαίος στρατηγός που ήθελε να δηλώσει την ανεξαρτησία του και το σώμα μου ήταν τόσο επεκτατικό σαν να μην ήθελε κανένα φεουδαρχικό σύστημα μέσα του και τα χέρια μου ήταν αρκετά απειλητικά για να αποικίσουν και άλλες ηπείρους. Μια καρέκλα που ο σερβιτόρος θα έβαζε μπροστά από τα μέρη που ήθελα να πάω με τα μάτια μου ανοιχτά θα μπορούσε να με κάνει έναν μακρινό συγγενή ενός ιδρωμένου αγκώνα που είχε κουραστεί να περιμένει. Στο μεταξύ δεν μπορώ ακόμα να δω το βλέμμα του σερβιτόρου.

Είμαι σε ένα μέρος γεμάτο με ανθρώπους και όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, όλοι θέλουμε να είμαστε κάποιος άλλος. Τι θέλω; Κοιτάζοντας τον καθένα από ψηλά, ανεβαίνοντας σαν γλάρος στην άκρη του τσαγιού μου, θέλω να πάω στον τόπο των ονείρων μου. Στην πραγματικότητα, θέλω να είμαι γλάρος. Όπως τα μάτια του γλάρου που ψάχνουν για κάτι, θέλω να παίξω στα παραμύθια που αγαπώ περισσότερο, να προσγειωθώ σε μέρη μακρινά με τη συμπεριφορά του ήρωα του παραμυθιού και να εισπνεύσω την μυρωδιά από τα μέρη που προσγειώνομαι. Θέλω πολλά; Φαίνεται,ότι όταν κάποιος κάθεται στο τραπέζι, η επιθυμία του να πιεί ένα φλιτζάνι τσάι είναι η πιο αθώα του κατάσταση. Όταν σηκώνω τα μάτια μου, δεν μου αρέσει αυτή η μαύρη σκιά πάνω από τα βλέφαρά μου. Καθώς κοιτάζω τους ανθρώπους, τον καιρό και κυρίως τους γλάρους, τους οποίους ζηλεύω, θέλω να ανακαλύψω καινούργιες ηπείρους, τις οποίες κανένας δεν γνωρίζει και θέλω το όνομά τους να αναφερθεί μαζί με τους γλάρους, και, αλαζονικά θέλω το όνομά τους να αναφερθεί και με το δικό μου. Το να κοιτάς είναι σαν η πιο πρωτόγονη συσκευή αν το συγκρίνουμε με τα όνειρά μου και τα συναισθήματά μου.Η συμφωνία από τα τραπέζια, τους ανθρώπους που δεν ακούνε ο ένας τον άλλον,τα χέρια τους ζευγαρωμένα με τα τηλέφωνά τους, τα σώματα που κάνουν τα μάτια τους να κάνουν έρωτα με τα smartphones τους σαν να παίρνουν τα πιο σημαντικά νέα του κόσμου, και τα κεφάλια τους που διαγράφουν τις πιο πρωτόγονες ανθρώπινες συμπεριφορές με μια θεωρία την οποία δεν μπορώ να εξηγήσω.

Η ανθρώπινη φύση. Όταν κάποιος κάθεται στο τραπέζι και επιπλέον δεν μπορεί να πιάσει το βλέμμα του σερβιτόρου, τότε αυτός θέλει να πεί κάτι για όλα. Κυρίως για αυτά που λέγονται στο διπλανό τραπέζι. Ακόμα θέλω μόνο να πιώ το τσάι μου στο τραπέζι το οποίο έχω οχυρώσει με τους τοίχους του μυαλού μου. Ακόμα και αν αυτά που ειπώθηκαν στο διπλανό τραπέζι δεν είχαν καμία ανταπόκριση στο μυαλό  μου για λίγο, η ύπαρξη μου ηττήθηκε από την αδυναμία του να είσαι άνθρωπος , προσπαθούσα να είμαι μέρος της πραγματικότητας ,σαν να είχα αποσπασθεί από τα φτερά ενός άσπρου γλάρου και τα λόγια που ειπώθηκαν ανάμεσα στα τραπέζια. Και ακόμα δεν μπόρεσα να πιάσω το βλέμμα του σερβτόρου. Φαινόταν σαν να μου γυρνούσε συνεχώς την πλάτη λες και αν έπιανα το βλέμμα του, θα του είχα γράψει τις πιο αισχρές λέξεις πανω στον λογαριασμό, τον οποίο νόμιζα ότι γραφόταν όπως διαβαζόταν και ήθελε να με χαιρετήσει με την πλάτη του. Οι άνθρωποι που κάθονταν μαζί γύρω από το τραπέζι είχαν τόσα πολλά να συζητήσουν που με έκανε να αναρωτιέμαι τι τιμωρία θα έπαιρνα στην κρίση και στα μάτια αυτών των ανθρώπων αν έκανα κάτι τρελό και τσίριζα θέλοντας όλοι τους να ανοίξουν τα μάτια τους και να πάνε σε μέρη των οποίων δεν γνωρίζουν τα ονόματα. Όπως οι γλάροι ψάχνουν για τη θάλασσά τους, ο καθένας θα κοίταζε τον ουρανό και τον γλάρο που του αναλογούσε.
Ενώ τα σκεφτόμουν όλα αυτά, δεν ήξερα τη διαφορά ανάμεσα στην ώρα και το λεπτό και είχα ήδη παραιτηθεί από τον σερβιτόρο. Το ότι δεν μπορέσαμε να πιάσουμε ο ένας το βλέμμα του άλλου είχε μετατραπεί σε τραγωδία που χρειαζόταν να ειπωθεί. Θα μπορούσα να παραγγείλω ένα δυνατό τσάι στο βλέμμα του σερβιτόρου που απέφευγε το βλέμμα μου αν κουνούσα τα χέρια μου;

... και φαίνεται ότι τα χέρια μου προφανώς τράβηξαν την προσοχή του και με κοιτάει λες και με κοίταζε χρόνια...

Κουνώντας αυτό το μικρό χαρτάκι στο χέρι του, απλό και σαφές, λέει: «Ναι.» Τον κοιτάζω σαν να τον επιπλήττω με τα μάτια μου  για την απλή και σαφή ύπαρξη του και επίσης γλείφοντας τα σάλια που είχαν μαζευτεί στην άκρη των χειλιών μου. Λέω «Τσάι» χωρίς να χαλάσω τη σοβαρή ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί από τον σερβιτόρο.
Πριν προλάβω να του πω για τη σχέση μας κατά το χρονικό διάστημα που δεν μπορούσαμε ο ένας να πιάσουμε το βλέμμα του άλλου, αυτός, απομακρύνοντας το βλέμμα του και διπλώνοντας  το χαρτί στο χέρι του σαν να μιμείται κινήσεις σπουδαίων ανθρώπων, λέει «Μας τελείωσε το τσάι» και φεύγει.

Σκεφτόμενος αν θα έπρεπε να αναβάλλω το όνειρό μου να ζήσω μια λογοτεχνική στιγμή μέσα μου με τα μάτια μου ανοιχτά, έγραψα σε ένα λευκό χαρτί με τα γράμματα να έχουν κολλήσει ανάμεσα στη γλώσσα και τα χείλη μου: «Υποθέτω ότι είναι πολύ εύκολο να πίνεις τσάι και να ζηλεύεις τους γλάρους... Το δυσκολότερο  είναι να είσαι άνθρωπος...»


Λίγες μέρες πριν δημοσιευτεί το περιοδικό, ο ηθοποιός Zeki Alasya, τηλεοπτικός μπαμπάς του Engin στο πρώτο του σήριαλ ”Yabanci Damat” (Τα σύνορα της αγάπης –ελληνικός τίτλος- ) πέθανε. Ο Engin του αφιέρωσε ένα κείμενο.

Zeki Abi – από τον Engin Akyürek
Γνωρίζουμε κάποιους ανθρώπους για πολλά χρόνια, έγιναν μέρος της παιδικής μας ηλικίας όπως η μυρωδιά της λεβάντας στα μαξιλάρια και τα σκεπάσματα του σπιτιού που επισκεπτόμαστε. Ακόμα και αν δεν φιλάμε τα χέρια αυτών των ανθρώπων(σημείωση μτφρ. : Οι Τούρκοι φιλάνε το χέρι κάποιου για να του δείξουν το σεβασμό τους) ή δεν τους βλέπουμε, αυτοί οι άνθρωποι είναι πάντα μαζί μας και η παιδική ηλικία είναι πολύτιμη σαν τον παράδεισο στον οποίο όλοι θέλουμε να επιστρέψουμε.
Zeki Abi. Προτιμώ να λέω “abi (μεγαλύτερος αδελφός)” γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι γεννημένοι μεγαλύτεροι αδελφοί με τη φωνή τους, το βλέμμα τους , τη συμπόνια τους. Δεν μπορώ να συσχετίσω κανένα άλλο επίθετο για κάποιον που είναι μεγαλύτερος αδελφός. Τη στιγμή που γνώρισα τον Ζεκί- abi,ένιωσα σαν να είδα τον συγγενή μου που ανταλάσσουμε ευχές στο μπαϊράμι. Ήταν η πρώτη μου δουλειά. Δεν είχα ιδέα τι θα έκανα και ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς μου στο στομάχι μου. Αργότερα ο πρώτος μου χαιρετισμός και η χειραψία μου με τον Ζεκί- abi απάλυναν τον ενθουσιασμό μου όπως ένας χαιρετσμός στο μπαϊράμι. Κατάλαβε τη συγκίνησή μου και τον ενθουσιασμό μου και ήταν τόσο ωραίο που με κατάλαβε διότι οι καλοί μεγάλοι αδελφοί και κυρίως αυτοί που είναι γεννημένοι μεγάλοι αδελφοί κάνουν πάντα ωραία πράγματα. Μετά, σαν να μην ήταν ο άνθρωπος τον οποίο όλη η χώρα παρακολουθούσε, με κοίταξε με ειλικρίνεια στα μάτια του, ένα είδος ειλικρίνειας που όλοι περιμένουμε από τον άλλον στις μέρες μας.Παίζαμε μαζί τον πατέρα και τον γιο και ξέρω ότι αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο. Ένιωθα ότι με αγαπούσε. Αν και όταν παίζεις με έναν ηθοποιό, ο οποίος είναι αυθεντία στη δουλειά του,νιώθεις ότι όλα είναι μια δοκιμασία, ο  Ζεκί- abi με κοίταζε με τα ζεστά του μάτια και περνούσε χρόνο μαζί μου σαν να ήταν και αυτός μαθητής στην τάξη αλλά περισσότερο σαν μεγάλος αδελφός. Όταν μιλάγαμε για υποκριτική, έμενε σιωπηλός σαν να υπονοούσε ότι το έκανε για χρόνια αυτό. Μας δίδαξε ένα μάθημα ανθρωπιάς, λέγοντας μεταξύ των λόγων του με τα γελαστά του μάτια «Δεν ήταν ποτέ ο σκοπός μου η υποκριτική...Συνήθιζα να δίνω τους καλούς ρόλους στον Μετίν...» Αυτές τις στιγμές, ήθελα να γυρίσω πίσω στην παιδική μου ηλικία και να μοιραστώ τους βόλους μου, τους οποίους έκρυβα, με τους φίλους μου. Όσο περισσότερο μίλαγε ο Ζεκί- abi, τόσο περισσότερο μύριζε παντού λεβάντα, λες και μέναμε στον ξενώνα της καρδιάς του. Λέγοντας «Ο  Metin Akpinar ήταν ο πιο σημαντικός ηθοποιός αυτής της χώρας», μας θύμισε επίσης ότι υπήρχαν πως υπήρχαν πιο πολύτιμα πράγματα στη ζωή από το να είσαι ηθοποιός.
Αντίο Zeki Abi.

Engin Akyurek.



Talking Heads - by Engin Akyürek


"People say you have to travel to see the world. Sometimes I think that if you just stay in one place and keep your eyes open, you're going to see just about all that you can handle.” – Auggie Wren (Harvey Keitel) from a movie “Smoke” directed by Wayne Wang and written by Paul Auster.

The conversations around the table, the swapping between the saliva and the stomach acid, and the damage on the idle percentage of my brain caused by the creaky sound of the wooden chair under my ass, as if it was creating a soft tissue trauma, were the proxy show of an atmosphere created by the weather. The rainy weather’s attempt to wet entire humankind, as if it was rolling itself from the ridge, was like squirming of a little child who needed to pee. That’s why streets were full of people and it was as if curbstones were walking on the people. Luckily, I had found a table and sat. And I had sat in such a way that my attitude was like a great commander who wanted to declare his own independence and my body was expansionist enough not to want any feudal systems inside and my hands and arms were threatening enough to colonize other continents. A chair that a waiter would suddenly put in front of the places that I would go with my eyes open could make me a distant relative of a sweaty elbow which was tired of waiting. Meanwhile, I can’t still catch the waiters’ eye.

I am in a place full of people and when there is a lot of people, one wants to be something else. What do I want? Looking everything from above, rising like a seagull in the steep of a tea, I want to go to my dream place. Actually, I want to be a seagull; like the eyes of a seagull searching for something, I want to play the fairy tales that I love the most, landing on different distant lands with a fairy tale hero attitude and inhaling the smell of the places where I land. Do I want a lot? It seems that, sitting at the table, one’s desire to drink a cup of tea is one’s most innocent state. When I look up, I don’t like this black backdrop casting shadows upon my eyelids. While looking at the people, the weather, and especially, the seagulls that I am jealous of, I want to discover new continents which nobody knows and I want their name to be mentioned with seagulls, and, arrogantly, with mine. Seeing is like the most primitive device compare to my dreams and feelings. The symphony composed by the tables, people who don’t listen to each other, hands mating with their phones, bodies that make their eyes make love with their smartphones as if they are receiving world’s most important news, and heads which wipe off the most primitive human behaviors with a theory that I cannot explain.

Human nature; when one sit at the table, and furthermore, isn’t able to catch a waiter’s eye, one wants to say something for everything; especially for the things spoken at the next table. Yet, I would just drink my tea at the table which I fortified with my mind’s walls. Even though the things spoken at the next table didn’t have any correspondence in my sensor’s system for a while, my existence defeated by the frailty of being a human, was trying to be a part of the reality, as if it was detached from the hairs of a white seagull, and the sentences spoken between the tables. When one draws one’s own borders, one audaciously wants to look around; and I am not still able to catch the waiter’s eye. It seemed like he, constantly turning his back as if I caught his eyes I would have him written the obscenest words on the “adisyon” [Translator’s note: adisyon means `check` and it comes from the French word “addition”], which I thought it was written as it was read, wanted to greet me with his back. The people who got together around the table had so many things to talk that I wondered how much sentence I would get in the judgments and the eyes of these people if I would do something crazy and, sputtering on the air with my breath, wanted everybody to open their eyes and go to places whose names they didn’t know. Like seagulls looking for their sea, everybody could look at the sky and the seagull that belonged to them.

While thinking all these, I didn’t know the angle between the hour and minute hand and I had already given hope up on the waiter. Our not being able to catch each other’s eye had turned into a tragedy that needed to be told. Could I create a strong tea in the looks of the waiter who ran away from me with his eyes if I waved my arms and hands?

... and, it seems that my waving arms and hands apparently got his attention, he looks at me, as if he has been looking at me for years...

By waving the little paper in his hand, plain and clear, he says: “Yes”. I look at him as if I reproach his being so clear and plain with my eyes and also by licking the spit piled up on the corner of my lips. I say “Tea” without breaking up the serious atmosphere created by the waiter.

Before I was able to tell him about the relationship that we had during the time frame when we couldn’t catch each other’s eyes, he, averting his gaze and folding the paper in his hand as if he is mimicking the gestures of important people, says “We ran out of tea” and leaves.

Thinking whether I should postpone my dream of living a literary moment within me keeping my eyes open, I wrote on a white paper with characters stuck between my tongue and lips: “I guess it was very easy to drink tea and be jealous of the seagulls... The hardest part was to be a human...”


Zeki Abi - by Engin Akyürek
.
We know some people for long years, they’ve become a part of our childhood like a lavender scent diffused into pillows and quilts of the house we visit. Even though we don’t kiss their hands [translator’s note: Turkish people kiss elder person’s hands to show their respect] or see them, those people are always with us and childhood is a very precious thing, like a heaven that we all want to go back.

Zeki Abi. I prefer to say “abi (elder brother)” because some people are natural-born elder brothers with their voice, looks, compassion. I can’t associate any other epithet for being older brother. The moment I met Zeki Abi, I felt like I saw my relative whom I exchanged Bayram greetings. It was my first job. I had no idea what I was going to do and I had felt my heartbeat in my stomach. Later, my first greeting and handshake with Zeki Abi had eased my excitement, like a good Bayram greeting. He had understood my excitement and my enthusiasm and he did such a good thing by understanding me because nice elder brothers, especially natural-born ones, always do nice things. Afterwards, as if he was not the person whom the entire nation watched, he looked at me with sincerity in his eyes, a kind of sincerity that we all expect from each other these days. We had played father and son together and I know that we loved each other. I felt that he loved me, too. Even though playing with an actor who was a master in his job had put you in a mood that you felt like everything was a test, Zeki Abi looked at me with his smiling eyes and he hanged out with me as if he was another student of the class, but more like an elder brother. When we talked about acting, he had kept his silence as if he was implying that he had been doing this for years. He had taught us a humanity lesson, saying in between his sentences with his smiling eyes “I had never my eyes on acting... I used to give the good roles to Metin...”At those moments, I wanted to go back to my childhood and share my marbles, which I hid, with my friends. The more Zeki Abi had talked, the more everywhere smelled like lavender, like we were staying in the guest room of his bosom. Saying “Metin Akpinar was the most important actors of this country,” he had also reminded us that there were more precious things in this life than being an actor

Goodbye Zeki Abi.
Engin Akyurek.
  (Thanks to Engin Akyurek Universal Fans Club for English translation.)


  LES TÊTES QUI PARLENT


“Les gens disent que tu as à voyager pour voir le monde. Parfois, je pense que si tu restes dans un endroit et tu gardes les yeux ouverts, tu vas voir à peu près tout ce que tu peux supporter.” - Auggie Wren (Harvey Keitel ) à partir du film "Smoke", réalisé par Wayne Wang et écrit par Paul Auster.
Les conversations autour de la table,l’échange entre la salive et l'acide de l'estomac, et les dommages à la partie désoeuvrée de mon cerveau causés par le bruit grinçant de la chaise en bois sous mon cul, comme si elle était la création d'un traumatisme des tissus mous, étaient le spectacle représentatif d'une atmosphère créée par le temps. La tentative de la pluie pour mouiller toute l'humanité, comme si elle-même roulait de la faîte, était comme l’embarras d'un petit enfant qui avait besoin de faire pipi. Voilà pourquoi les rues étaient pleines de gens et il était comme si les bordures de trottoirs marchaient sur les gens.

Heureusement, j’avais trouvé une table et je me suis assis. Et j'avais assis d’une telle manière que mon attitude était comme un grand commandant qui voulait déclarer sa propre indépendance et mon corps était tellement expansionniste pour ne pas vouloir tous les systèmes féodaux à l’ intérieur et mes mains et mes bras ont été assez menaçants  pour coloniser d'autres continents. Une chaise qu’un garçon  pourrait  tout à coup mettre en face des endroits où je voudrais aller avec mes yeux ouverts pourrait me rendre un parent éloigné d'un coude sueur qui était fatigué d'attendre. Pendant ce temps, je ne peux pas encore attirer l'attention du garçon.
Je suis dans un endroit plein de gens et quand il y a beaucoup de gens, on veut être autre chose. Qu’est-ce  que je veux? En regardant tout d' haut, levant comme une mouette dans le trempement d'un thé, je veux aller à mon endroit de rêve. En fait, je veux être une mouette; comme les yeux d'une mouette à la recherche de quelque chose, je veux jouer aux contes de fées que j'aime le plus, atterrir sur de différentes terres lointaines avec l’ attitude d’un héros de conte de fées et en inhaler  l'odeur des endroits où je m’atterris. Est-ce que je veux beaucoup? Il semble que, quand quelqu’un est assis à la table, son désir de boire une tasse de thé est son état le plus innocent. Quand je regarde en haut , je n'aime ce fond noir sur mes paupières. Tout en regardant les gens, le temps, et surtout, les mouettes dont je suis jaloux, je veux découvrir de nouveaux continents que personne ne connait  et je veux que leur nom soit mentionné avec les mouettes, et, avec arrogance, avec le mien. Regarder est comme le dispositif le plus primitif en le comparant  à mes rêves et à mes sentiments. La symphonie composée par les tables, les gens qui n’ écoutent pas les uns aux autres, leurs  mains accouplées avec leurs téléphones, les corps  qui font leurs yeux faire l'amour avec leurs smartphones comme s’ils reçoivent les nouvelles les plus importantes au monde, et des têtes qui effacent  les comportements humains les plus primitifs avec une théorie que je ne peux pas expliquer.
Nature humaine; quand on s’asseoit à la table, et, en outre,on n’ est pas capable d'attirer l'attention d'un garçon, on veut dire quelque chose pour tout; en particulier pour les choses dites à la table voisine. Pourtant, je voudrais juste boire mon thé à la table que j’ai fortifiée avec les murs de mon esprit. Même si les choses dites à la table voisine ne correspondaient pas du tout  dans le système de mon capteur pendant un certain temps, mon existence vaincue par la fragilité de l'être humain, j’essayais d'être une partie de la réalité, comme si elle a été détachée des poils d'une mouette blanche, et les phrases prononcées entre les tables. Lorsque l'on tire ses propres frontières, on veut audacieusement  regarder autour; et je ne suis pas encore en mesure de capter le regard du garçon. Il semblait qu’il tournait sans cesse son dos comme si j’avais attrapé ses yeux, j’aurais écrit les mots les plus obscènes  sur l’addition, que Je pensais qu'elle a été écrite comme elle a été lue, il voulait me saluer avec son dos. Les gens qui se sont réunis autour de la table ont tant de choses à dire que je me demandais quelle punition j’obtiendrais dans les jugements et les yeux de ces gens si je faisais  quelque chose de fou et, crachotant  sur l'air, je voulais que tous ouvrent leurs yeux et qu’ils aillent dans des endroits dont les noms ils ne connaissaient pas. Comme les mouettes recherchent pour leur mer, tous pouvaient regarder le ciel et la mouette qui leur appartenait.
Alors que je pensais à tout cela, je ne savais pas la différence entre l'heure et les minutes et j’avais déjà perdu de l'espoir pour  le garçon. Ne pas être en mesure d'attirer le regard l’un de l'autre avait été transformé en une tragédie qui devait être racontée. Je pourrais commander un thé fort dans les regards du garçon qui courait loin de moi avec ses yeux si j’ agitais mes bras et mes mains?


…et, il semble que mes bras et mes mains agissants ont apparemment obtenu son attention, il me regarde, comme s’ il me regardait pendant des années ...
En agitant le petit papier à la main, simple et clair, il dit: «Oui». Je le regarde comme si je reproche avec mes yeux son être si clair et si simple et aussi en léchant la salive entassée au coin de mes lèvres. Je dis "Thé " sans casser l'ambiance sérieuse créée par le garçon.
Avant que je puisse lui parler de la relation que nous avons eue au cours de la période de temps où nous ne pouvions pas capturer  les yeux l’un de l'autre, il évitait son regard et il pliait le papier dans sa main, comme s’ il imitait les gestes de gens importants, il dit: «Il ne reste plus de thé" et il part.
Pensant  si je dois reporter mon rêve de vivre un moment littéraire en moi gardant mes yeux ouverts, j'ai écrit sur un papier blanc avec des caractères coincés entre ma langue et mes lèvres: «Je suppose que cela a été très facile de boire du thé et d'être jaloux des mouettes ... La partie la plus difficile était d'être un être humain ... "
Quelques jours avant la publication du magazine, l’acteur Zeki Alasya, il jouait le rôle du pere d’Engin à sa premiere serie “Yabanci Damat” est mort. Engin lui a dedié ce texte:


Zeki Abi - par Engin Akyürek


Nous savons certaines personnes pour de longues années,elles sont devenues une partie de notre enfance comme un parfum de lavande diffusé dans les oreillers et les couettes de la maison que nous visitons. Même si nous n’ embrassons pas leurs mains [note du traducteur: les  turcs embrassent les mains des personnes âgées pour montrer leur respect] ou nous ne les voyons pas, ces gens sont toujours avec nous et l'enfance est une chose très précieuse, comme un paradis  où nous voulons tous retourner. Zeki Abi. Je préfère dire "abi (frère aîné)" parce que certaines personnes sont nées frères aînés avec leur voix, leurs regards, leur compassion. Je ne peux pas associer aucune autre épithète pour être frère aîné. Le moment où j’ai rencontré Zeki Abi, je me sentais comme si je voyais mon relatif avec qui j’ai échangé des souhaits au Bayram. Plus tard, mon premier salut et mon premiee serrement de main avec Zeki Abi avaient atténué mon excitation, comme un bon souhait au Bayram. Il avait compris mon excitation et mon enthousiasme et il a fait une bonne chose en me comprenant  parce les  bons frères aînés, surtout ceux qui le sont nés, font toujours de bonnes choses. Ensuite, comme s’ il n’ était pas la personne que toute la nation suivait, il m'a regardé avec sincérité dans ses yeux, une sorte de sincérité que nous attendons tous de l'autre ces jours. Nous avions joué le  père et le fils ensemble et je sais que nous nous aimions. Je sentais qu'il m’ aimait lui aussi. Même si jouer avec un acteur qui était maître à son travail t’ avait mis à une humeur à laquelle  tu  sentais  que tout était un test, Zeki Abi me regardait avec ses yeux souriants et il passait du temps avec moi comme s’ il était un autre élève de la classe, mais surtout comme un frère aîné. Lorsque nous parlions  du jeu d’acteur, il gardait son silence, comme s’ il voulait dire qu'il avait fait cela pendant des années. Il nous avait donné une leçon d'humanité, en disant entre ses phrases avec ses yeux souriants ”Mon but n’était jamais de jouer ... J’avais l'habitude de donner les bons rôles à Metin…”Pendant ces moments, je voulais revenir à mon enfance et  partager mes billes, que je cachais, avec mes amis. Le plus Zeki Abi avait parlé,le plus on se sentait partout la lavande, comme si nous étions dans la chambre de son sein. Tout en disant que “Metin Akpinar était l’ acteur le plus important de ce pays", il nous avait également rappelé qu'il y avait des choses plus précieuses dans cette vie que d'être un acteur.


Adieu Zeki Abi.

Engin Akyürek.


SPANISH
Cabezas Hablantes – por Engin Akyürek
[Traducido por Engin Akyurek Universal Fans Club – Cautiva N’yr Darkeyes, Ana Slavkovic]
“La gente te dice que tienes que viajar para ver el mundo. Algunas veces yo pienso que si te quedas justo en un lugar y mantienes los ojos abiertos, tú vas a ver casi todo lo que puedes manejar.” – Auggie Wren (Harvey Keitel) de la película “Smoke” dirigida por Wayne Wang y escrita por Paul Auster.
Las conversaciones alrededor la mesa, el intercambio de saliva y ácido estomacal, el daño causado a la parte ociosa de mi cerebro por el chirrido de una silla de madera debajo de mi trasero, como si estuviera creando un trauma a mis tejidos blandos, fueron la demostración de poder de una atmósfera creada por el clima. Los tiempos lluviosos intentan mojar a toda la humanidad, como si estuviera enredándose en sí misma desde la curva (la forma en que cae la lluvia de donde nace), como un niño retorciéndose porque necesitaba orinar. Es por eso que las calles estaban llenas de gente y era como si las cunetas estuvieran caminando en las personas. Por suerte yo encontré una mesa y me senté. Y me senté de tal manera, que mi actitud era como un gran comandante quien quería declarar su propia independencia y mi cuerpo era suficientemente expansionista como para no querer un sistema feudal dentro de mí y mis manos y mis brazos fueron una amenaza suficiente para colonizar otros continentes. Una silla que un camarero pudo poner de repente en frente de los lugares a los que yo podía ir con mis ojos abiertos pudo hacerme un pariente distante de un codo sudoroso el cual estaba cansado de esperar. Mientras tanto, todavía no puedo captar la atención del camarero.
Estoy en un lugar lleno de gente y cuando hay un montón de personas uno quiere ser algo más. ¿Qué quiero? Mirando todo desde arriba, creciendo como una gaviota con el té escarpado, quiero ir a mi lugar soñado. En realidad, quiero ser una gaviota, como los ojos de una gaviota buscando algo, quiero jugar a los cuentos de hadas que son los que más me encantan , aterrizando en diferentes tierras lejanas como si fuera un héroe de cuento de hadas e inhalando el olor de los lugares donde aterrizo. ¿Quiero mucho? Parece que, sentado a la mesa el deseo de beber una taza de té es un estado más inocente. Miro hacia arriba, no me gusta este telón de fondo negro proyectando sombras sobre mis párpados. Mientras miro a las personas, el clima y especialmente a las gaviotas de las que estoy celoso, quiero descubrir nuevos continentes que nadie conoce, quiero que su nombre sea mencionado con las gaviotas, y arrogantemente con el mío. Viendo esto como el aparato más primitivo para comparar mis sueños y sentimientos. La sinfonía compuesta por las mesas, personas que no se escuchan unas a otras, manos apareándose con sus teléfonos, que con sus ojos hacen el amor a sus teléfonos inteligentes (smartphones) como si ellos estuvieran recibiendo las noticias más importantes del mundo, y cabezas que limpian las conductas humanas más primitivas con una teoría que no puedo explicar.
Naturaleza humana; cuando uno se sienta a la mesa y además no es capaz de captar la atención del camarero, quiere decir algo para todo; especialmente para las cosas habladas en la mesa de al lado. Sin embargo, yo podría solo beber mi té a la mesa, que enriquecí con mis paredes mentales. Incluso pensé que las cosas habladas en la mesa de al lado, no tienen ningún efecto en mi sistema sensorial por un rato, mi existencia, derrotada por la fragilidad del ser humano, estaba tratando de ser una parte de la realidad, como las blancas plumas arrancadas de una gaviota y las oraciones habladas entre las mesas. Cuando uno dibuja sus propios límites, audazmente quiere mirar alrededor; y todavía no soy capaz de captar la atención del camarero. Pareciera como si, constantemente me diera la espalda, que si atrapo su mirada yo debería haber escrito palabras obscenas en el “adyson” [Nota del traductor: adisyon significa`check`(comprobante) viene de la palabra francesa “addition” (se refiere al “taco” donde el camarero anota el pedido)], las que pensé pronunciar como si estuvieran escritas, quería saludarme con su espalda. Las personas que estaban juntas a la mesa tenían muchas cosas que hablar unas a otras que me pregunté: si yo hiciera una cosa loca a sus ojos cuanto me penalizarían al emitir sus juicios y murmuraba al aire con mi aliento, quería que todos abrieran sus ojos y fueran a lugares cuyos nombres ellos no conocen. Como las gaviotas en busca de su mar, todos podían mirar al cielo a la gaviota a la que pertenecían.
Mientras que pensaba en todo esto, no supe el ángulo entre la hora y el minutero, ya había renunciado a mis esperanzas con el camarero. Nuestros ojos no fueron capaces de capturar la atención uno al otro, se convirtió en una tragedia que necesitaba ser dicha. ¿Podía crear un té fuerte con las miradas del camarero quién mantenía sus ojos lejos de mí si yo agitaba mis brazos y mis manos?
… y parece que, agitando mis manos y brazos aparentemente capté su atención, me mira como si hubiera estado mirándome por años…
Agitando el pequeño papel en su mano, plano y claro dice ¿Sí? Yo lo miro con reproche por ser tan claro y sencillo, lamiendo la saliva acumulada en las comisuras de mis labios, Yo digo “Té” sin romper la seria atmósfera creada por el camarero.
Antes de que fuera capaz de hablarle de la relación que tuvimos, durante el periodo de tiempo que no pudimos captar la atención el uno del otro, él, apartando su mirada y plegando el papel en su mano como si estuviera imitando los gestos de gente importante, dice “ Nos quedamos sin té” y se fue.

Pensando si debo posponer mi sueño de vivir dentro de mí un momento literario con mis ojos bien abiertos, escribí en un papel en blanco con personajes atrapados entre mi lengua y mis labios: “ Yo supongo que era muy fácil beber té y estar celoso de las gaviotas…. La parte más difícil fue ser un humano”.

1 σχόλιο:

  1. "馬頭明王"



    [南無藥師琉璃光如來]


    [南無大勢至菩薩]



    (大佛頂首楞嚴經)




    {南無大方廣佛華嚴經} {南無華嚴海會佛菩薩}

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Συνολικές προβολές σελίδας