Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Kafasina Gore Τεύχος 17: Το όνομά της είναι «Sefa» (απόλαυση ή λωτοφάγος).


Με κοίταζε δίχως ντροπή χωρίς ούτε καν να ανοιγοκλείνουν τα μάτια της. Η αναίδεια της δεν σχετιζόταν με τη χρονική πορεία της σχέσης μεταξύ μας. Όταν ήταν άτακτη, θα με κοίταζε με ένα σταθερό βλέμμα και, χαζολογώντας μαζί μου, δεν θα έκανε ποτέ τις «γατίσιες» δουλειές της. Μην με ρωτάτε πώς μια γάτα μπορεί να έχει δουλειές. Ξέρετε, σας αφήνει να την χαϊδεύετε, νιαουρίζει με μισή καρδιά, και προσποιείται ότι είναι ένοχη... Για αυτό μιλάω.

Υπήρχαν πράγματα και προτάσεις που συνόψιζαν κάθε σχέση. Και η σύνοψη της σχέσης μας ήταν μια γάτα.


Θυμάμαι όταν ήρθε πρώτη φορά η γάτα, η γάτα μας. Πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω; Ήταν η δεύτερη εβδομάδα της σχέσης μας και η πρώτη μέρα των ημερών που μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί. Η αγαπημένη μου είχε εγκατασταθεί στο σπίτι μου με τις αποσκευές της, την οδοντόβουρτσα της και το γατάκι που μόλις είχε πάρει και έβαλε μπέικιν πάουντερ στη σχέση μας. Οι εραστές τα κάνουν αυτά τα πράγματα. Ήταν παρόμοιο με τις γάτες που αφήνουν  τις οσμές τους για να σηματοδοτούν τα εδάφη τους.

Όταν κάναμε την πρώτη επαφή με τα μάτια, η γάτα, γεμάτη με τα «γατίσια» συναισθήματα της, μου γουργούρισε, έκανε πίσω, χάρηκε και εκτέλεσε τη μοναδική της παράσταση που δεν θα ξαναέκανε ποτέ.

- Αγάπη μου, ποιο είναι το όνομα της γάτας;

- Ήθελα να της δώσουμε μαζί όνομα.

Στην πραγματικότητα, αν η γάτα ήταν τιγρέ, τα ονόματα που μπορούσαμε να της δώσουμε ήταν προφανή.

- Πώς μπορούμε να ονομάσουμε τη γάτα μας;

Είχα δείξει και πάλι τη συμπάθειά μου στο να περιμένω.

- Ας περιμένουμε και να δούμε τον χαρακτήρα της, και τότε μπορούμε να της δώσουμε ένα όνομα σύμφωνα με αυτόν.

- Ας την ονομάσουμε «Καρύδι».

- «Καρύδι;» Τι είδους όνομα γάτας είναι αυτό;

- Μου αρέσει πολύ το καρύδι.

Μια γάτα είχε έρθει στο σπίτι μου και τριβόταν στην καρέκλα μου και στα βιβλία μου. Ενώ μιλούσαμε για το όνομα που θα της δίναμε μαζί, ένα κείμενο που είχα ήδη γράψει εδώ και καιρό βρέθηκε μπροστά μου. Και δεν μου αρέσει καθόλου το καρύδι. Προκαλεί πληγές στο στόμα μου. «Καρύδι» πάνω, «καρύδι» κάτω, είχαμε μια ζωή για τρεις τώρα. Όταν ανακάλυψα περισσότερα για τον χαρακτήρα της και την τεμπέλα ψυχή της, συνειδητοποίησα ότι το όνομα «Καρύδι» δεν της ταίριαζε καθόλου.

- «Καρύδι», έλα εδώ γλυκιά μου.

- Γρρρ...

Είχε οικοδομήσει την ύπαρξή της έτσι ώστε να ξοδεύει λιγότερη ενέργεια, να χαζολογάει και να δείχνει ασέβεια. Ήταν αυτή η φύση της ή είχε κάποιο πρόβλημα μαζί μου; Αλλά, όταν ήρθε την πρώτη φορά, είχα σκεφτεί ότι της άρεσα και θα έφερνε χρώμα στο σπίτι μας.

- Αγάπη μου, ας την ονομάσουμε «Sefa» (απόλαυση ή λωτοφάγος).

- Τι;

- Ας την ονομάσουμε «Sefa» (απόλαυση ή λωτοφάγος).

- Τι είδους όνομα γάτας είναι αυτό;

Αυτό ήταν το καλύτερο όνομα που μπορούσε να της δοθεί. Αν μπορούσαμε να την ονομάσουμε «Καρύδι», γιατί δεν μπορούσαμε να την ονομάσουμε «Sefa»; (απόλαυση ή λωτοφάγος).

Δεν θα ήθελα να είμαι σαν τους γονείς που δίνουν στα παιδιά τους παράξενα ονόματα. Ήταν ένα όνομα που μπορούσε να έχει με καμάρι. Της άξιζε το όνομά της με βάση αυτό που έδειξε με τον χαρακτήρα της, την ουρά και την πατούσα της. Όταν την αποκαλούσα «Sefa» (απόλαυση ή λωτοφάγος), με κοίταζε (τουλάχιστον έτσι ένιωθα) και τότε, δείχνοντας τον τιγρέ ποπό της, συνήθιζε να γυρίζει την πλάτη της σαν να έλεγε «τα λέμε αργότερα».

Η σχέση μας με την αγαπημένη μου ετοιμαζόταν, γινόταν όλο και πιο δύσκολη καθώς περνούσε ο καιρός και ξίνιζε. Η Sefa ήταν μάρτυρας όλων αυτών και συνόψιζε το τέλος της ιστορίας, κοιτάζοντάς μας ύπουλα με τα μπλε-γκρίζα μάτια της. Στο σπίτι μου ζούσα σαν επισκέπτης φιλοξενούμενος από μια γάτα. Η καρέκλα μου, το κρεβάτι μου, κάθε γωνιά του σπιτιού μου ανήκε σε αυτήν. Στο σπίτι μου, ο χώρος διαβίωσης μου ήταν τόσο μεγάλος όσο περίσσευε από τον ποπό της.

Η σχέση μας με την αγαπημένη μου είχε ήδη ξινίσει και ήταν σαν ένα φλιτζάνι τσαγιού που ξεθύμανε και το σιγοπίνεις μετά από ένα κακό γεύμα.

- Καρύδι!

- Sefa! (απόλαυση ή λωτοφάγος).

- Καρύδι!

Δεν θέλω να μιλήσω για τους καβγάδες  μας επειδή στην πραγματικότητα δεν αφορούσαν στο όνομά της. Παίζαμε απλά τις καθυστερήσεις  στην ήδη τελειωμένη σχέση μας. Είχαμε βρει τρόπους να πληγώνουμε ο ένας τον άλλον και είχαμε δημιουργήσει μια αχρείαστη και κούφια φλυαρία.

- Καρύδι!

- Sefaaa!

Λες και κάθε σχέση είναι υποχρεωτικό να τελειώνει, η σχέση μας είχε τελειώσει και η αγαπημένη μου είχε φύγει παίρνοντας  τις αποσκευές και την οδοντόβουρτσα της, αλλά η Sefa, η οποία έμεινε πίσω γουργουρίζοντας στην πόρτα από την οποία έφυγε.

- Γρρρ ...

Είχα στείλει μήνυμα στους φίλους και τους συγγενείς της αγαπημένης μου, εννοώ της πρώην αγαπημένης μου να έρθει για να πάρει πίσω την Sefa. Δεν ήρθε ούτε έστειλε μήνυμα. Η Sefa μου χαμογελούσε πονηρά με τα πολύχρωμα και προκλητικά μάτια της.

- Γιατί γελάς;

- Γρρρ ...

Το σπίτι είχε γίνει πιο ήσυχο και είχα αρχίσει να νιώθω ότι εγώ ήμουν επισκέπτης στο σπίτι της Sefa. Ήμασταν μαζί για έξι μήνες, αλλά η σχέση μεταξύ μας δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το να την ταίζω.

- Με αγαπάς;

- Γρρρ ...

- Εντάξει, εντάξει.

- Γρρρρρρρ

Όπως είπα, με κοίταζε χωρίς ντροπή με ένα σταθερό βλέμμα. Ο ήχος των ποδιών της Sefa στο ξύλινο πάτωμα ενοχλούσε τη σιωπή μετά από ένα χωρισμό. Η Sefa ήταν σαν τη σύνοψη της σχέσης μας. Θυμόμουν τους καβγάδες μας όταν την τάιζα ή τις μέρες μας γεμάτες γέλιο, όταν ροκάνιζε τα βιβλία μου. Περίμενα τρεις μήνες. Δεν ξέρω αν η Sefa περίμενε κι αυτή. Ξάπλωνε σαν κούτσουρο τις νύχτες  που δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Όταν ήμουν μελαγχολικός γλειφόταν και καθαριζόταν. Όταν ήθελα να μιλήσω, γουργούριζε. Ο χρόνος πέρασε, η Sefa μεγάλωσε και είχε το σπίτι μου εντελώς δικό της.

Μια νύχτα που ήμουν πολύ στεναχωρημένος, οδήγησα την Sefa σε μια άλλη γειτονιά και την άφησα εκεί όπου θα μπορούσε να ζήσει ήσυχα.

Την τάισα, την μεγάλωσα και της έδωσα το όνομά της. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Παρόλο που σκέφτηκα να δώσω στους φίλους μου τη Sefa, η ύπαρξη του ονόματός της ή το να είναι τόσο κοντά θα έφερναν πάλι αναμνήσεις στο μυαλό μου και θα πάγωναν μια χρονική περίοδο που ήθελα να ξεχάσω. Ήταν καλύτερα να μην ξέρω πού ήταν. Εκείνο το βράδυ, όταν άφησα την Sefa, γύρισα σπίτι αργά, έκανα ντους, ηρέμησα, πήγα στο κρεβάτι και ήθελα να ξεκινήσω την καινούργια μου ζωή με τον ύπνο. Στην πιο ανήμπορη στιγμή του ύπνου μου, κάτι με ξύπνησε. Σαν κάτι να μου ψιθύρισαν στο αυτί μου. Έβαλα γρήγορα τα ρούχα μου και ξεκίνησα. Ο ψίθυρος στο αυτί μου ήταν η δική μου φωνή, η οποία είχε πέσει από το αυτί μου και βρήκε νέους φίλους κάπου ανάμεσα στην καρδιά μου και στο στομάχι μου.

Μου φώναζαν ότι δεν αγαπούσα καθόλου τη Sefa και απλώς προσποιούμουν ότι την αγαπώ. Μου ούρλιαζαν ότι προσποιούμουν ότι ήμουν ένας άντρας που αγαπούσε τις γάτες επειδή το ήθελε η αγαπημένη μου. Ποιοι ήταν αυτοί και ποιος ήταν ο σκοπός τους; Αυτό δεν το ξέρω. Από τότε που μπορούσα να θυμηθώ, συνήθιζαν να μιλούν μέσα στο σώμα μου. Ήταν αλήθεια ότι δεν αγαπούσα την Sefa, απλά προσποιήθηκα ότι την αγαπούσα. Παρεμπιπτόντως, αυτές οι πομπώδεις φωνές μέσα μου συνήθιζαν να μου λένε την αλήθεια. Δεν είχα αγαπήσει ποτέ την Sefa, αλλά περίμενα από αυτήν να με αγαπά. Δεν χρειαζόταν μεγαλεπήβολες προτάσεις. Μερικές φορές, ακόμη και μια γάτα μπορεί να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε κάτι για τη ζωή.

Πήγα πίσω στο δρόμο όπου είχα αφήσει την Sefa. Είχα βγει από το αυτοκίνητο και προχώρησα προς το σημείο που την είχα αφήσει. Ίσως να μην την έβρισκα. Δεν ήταν συνηθισμένη στους δρόμους. Τα αδέσποτα σκυλιά ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα της. Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, οι σουβλιές στη συνείδησή μου με χτυπούσαν συνέχεια. Είχα δει τη Sefa κοντά στους κάδους απορριμμάτων. Με τα πόδια της σταυρωμένα μου γουργούρισε σαν να έλεγε «Πού ήσουν;» Η έκφρασή της ήταν σαν το πρόσωπο ενός συνετού ανθρώπου που ξέρει. Ήξερε ότι θα ερχόμουν και είχε καταλάβει ότι δεν μου άρεσε όταν συναντηθήκαμε  πρώτη φορά. Δεν είχα καταλάβει τίποτα και, όπως σε ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου, έριξα τη ζωή έξω από τα δίχτυα με τις μικρές μου πάσες. 

 Όταν γυρίσαμε σπίτι, κάποια πράγματα είχαν αλλάξει. Είχα συνηθίσει τη Sefa και μετακόμισε στο δωμάτιό μου, ενώ πριν ήταν απλά μια φιλοξενούμενη. Είχαμε κάνει μια συμφωνία με τα μάτια μας. Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον και δεν προσποιούμασταν πια. Η Sefa μεγάλωνε και ο λοβός (ο ποπός της) πίσω από την ουρά της γινόταν μεγαλύτερος από το κεφάλι της και δικαίωνε το όνομά της. Είχα ξεχάσει την προηγούμενη σχέση μου και συνηθίσαμε με τη Sefa. Η ζωή μου ήταν πιο πολύχρωμη, εκείνες οι πομπώδεις φωνές μέσα μου ήταν πιο ήσυχες, και η Sefa ήταν πιο ξιπασμένη. Ήμουν ευτυχισμένος. Δεν συγκρατούσα πια τα γέλια μου, αλλά τα ξόδευα με άξεστο τρόπο. Ήταν σαν κάποιος να είχε φωτίσει το χρώμα των σύννεφων, των δρόμων και των ανθρώπων. Όλα ήταν λαμπερά. Υποθέτω το ότι μπόρεσα να ξεχάσω κάποια πράγματα συνέβαλε στο να χρωματιστούν.

Φανταστείτε ότι είχατε όμορφο δείπνο με φίλους, τα γέλια σας  έχουν γεμίσει ολόκληρο τον χώρο. Συνεχίστε να φαντάζεστε. Τι θα κάνατε αν η πρώην αγαπημένη σας σας τηλεφωνούσε σε μια χαρούμενη στιγμή; Επιτρέψτε μου να σας πω. Θα συνέχιζα να γελάω, θα άφηνα το τηλέφωνο να κουδουνίσει δύο φορές και παγώνοντας  το γέλιο μου, θα σιγουρευόμουν ότι οι άνθρωποι γύρω από το τραπέζι ξέρουν ότι αυτό το τηλεφώνημα δεν ήταν σημαντικό. Μετά, θα έφευγα από το τραπέζι, θα καθάριζα τον λαιμό μου πριν μιλήσω στο τηλέφωνο και θα υπενθύμιζα στον εαυτό μου να ακουστώ πολύ απόμακρος. Όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος και παίρνει πίσω τη ζωή του, έχει αντιστρέψει την κατάσταση. Εάν ο πρώην αγαπημένος σας, σας τηλεφωνεί τέτοια ώρα, είτε ήταν στεναχωρημένος/η  ή θα έλεγε ότι του/της λείψατε. Μην μου δίνετε σημασία που σας τα λέω αυτά γιατί αυτές οι εγωκεντρικές περιγραφές ήταν περισσότερο σαν μια σκηνή σε ένα θεατρικό έργο παρά πραγματικότητα. Τα χέρια μου είχαν ιδρώσει και η φωνή μου είχε βραχνιάσει. Φοβόμουν ότι δεν θα ήξερα τι να πω.

- Ναι;

- Ναι; Συγνώμη που σε ενοχλώ τέτοια ώρα.

- Κανένα πρόβλημα.

- Συγνώμη. Ξέρω ότι δεν έχουμε μιλήσει ποτέ από τότε. Αναρωτιόμουν για το «Καρύδι.»

Μου τηλεφωνούσε  ακριβώς ένα χρόνο μετά, δεν είχε καν ρωτήσει πώς ήμουν, και θυμήθηκε τη γάτα της όταν όλα ήταν μια χαρά.

- Έχεις ακόμα το «Καρύδι», έτσι δεν είναι; Μου λείπει τόσο πολύ. Μπορώ να την δω όταν έχεις χρόνο;  

- Ναι; Ναι; Είσαι εκεί;

Παρέμεινα σιωπηλός μην μπορώντας να πω κάτι.   

- Ναι; Είσαι εκεί;

Καθώς έκλεινα το τηλέφωνο, είπα μόνο μια φράση:  

- Το όνομά της είναι «Sefa» (απόλαυση ή λωτοφάγος).
           --------------------------------------------------------------------------

(Thanks to EAUFC for English translation)
His name is Sefa.
By Engin Akyurek
[Translated by Engin Akyurek Universal Fans Club]

He was shamelessly staring at me without blinking. His cheekiness was not related to the temporal travel of our relationship with each other. When he was naughty, he would look at me with a fixed gaze and, goofing around with me, he would never do his “catly” chores. Don’t ask me how come a cat can have chores. You know, he lets you pet, halfheartedly meows, and pretends as if he’s guilty… That’s what I’m talking about.
There were things and sentences that summarized every relationship. And the summary of our relationship was a cat.
I remember the first arrival of the cat, I mean, our cat. How could I forget that? It was the second week of our relationship and the first day of the days that we could live together. My beloved had settled in my house with her luggage, her toothbrush, and the kitten that she just got and put a baking powder into our relationship. Lovers do those kinds of things. This was similar to cats leaving their odors to mark their territories.

When we first made an eye contact, the cat, charged with his catly feelings, had purred at me, rolled over, rejoiced and performed his one-time show which he would never do again.
- Sweetheart, what’s the cat’s name?
- I wanted to name him together.

Actually, if the cat was tabby, the names that we could give him were obvious.
- What should we name our cat?
I had displayed again my fondness for waiting.
- Let’s wait and see its character, then we can give him a name according to that.
- Let’s name him “Walnut”.
- Walnut? What kind of cat name is that?
- I love walnut very much.

A cat had come to my house and rubbed against my chair and my books. While we were talking about naming him together, a text already written long ago was put before me. And I don’t like walnut at all; it causes sores in my mouth. Walnut up, walnut down, we had a threesome life now. When I found out more about his character and his lazy-ass soul, I had realized that the name “Walnut” didn’t suit him at all.
- Walnut, come here sweetheart.
- Purr….

He had built his existence on spending less energy, goofing around, and disrespectfulness. Was this his nature or did he have a problem with me? But, when he first arrived, I had thought that he liked me and would bring color to our house.
- Sweetheart, let’s name him “Sefa” (Pleasure or lotus-eater)
- What?
- Let’s name him “Sefa.”
- What kind of cat name is that?

This was the best name that could be given to him. If we could name him as “Walnut”, why couldn’t we name him as “Sefa”?
I wouldn’t want to be like parents who gave their kids weird names. It was a name that he could proudly carry. He deserved his name based on what he displayed with his character, tail, and paw. When I called him “Sefa”, he used to look at me (at least I felt that way) and then, showing its tabby butt, he used to turn away as if he was saying “see you later.”
Our relationship with my lover was brewing, getting harder as the time went by, and going sour. Sefa was witnessing all of these and summarizing the end of the story by slyly looking at us with his blue-grey eyes. In my own house, I was living like a guest hosted by a cat. My chair, my bed, every corner of my house was belong to him. In my own house, my living space was as big as his butt spared.

Our relationship with my lover had already gone sour and was like a cup of over-steeped tea sipped after a bad meal.
- Walnut!
- Sefa!
- Walnut!

I don’t want to talk about our fights because they weren’t actually about his name; we were just playing overtime for our already finished relationship. We had found ways to hurt each other and created superfluous and empty verbiage.
- Walnut!
- Sefaaa!

As if every relationship is bound to end, our relation had ended and my lover had gone by taking her luggage and toothbrush but Sefa who was left behind purring at the door which she walked out.
- Purr…

I had send a message to my lover’s, I mean, my ex-lover’s friends and relatives to get her to take Sefa back. She had neither come back nor sent a message. Sefa was smirking at me with his colorful and tantalizing eyes.
- Why are you laughing?
- Purr…

The house had gotten quieter and I had started feeling more that I was a guest at Sefa’s house. We had been together for six months but the relationship between us was nothing but my feeding him.
- Do you love me?
- Purr…
- Ok, ok.
- Purrrrrr

As I said, he was shamelessly staring at me with a fixed gaze. The sound of Sefa’s paws on wood floor were disturbing the silence after a breakup. Sefa was like a summary of our relationship. I was remembering our fights when I’m feeding him or our days full of laughter when he was gnawing my books.
I had waited for three months. I don’t know if Sefa waited, too. He slept like a log on the nights when I couldn’t sleep. When I was depressed, he licked and cleaned himself. When I wanted talk, he purred. The time passed by, Sefa grew up, and owned my house completely.

At one night that I was really depressed, I had driven Sefa to another neighborhood and left him there where he could live peacefully.
I fed him, raised him, and gave his name. What else could I do? Even though I thought about giving Sefa to my friends, existence of his name, or his closeness would reopen the memories in my mind and would frost a time period that I wanted to forget. It was better not to know where he was.
At that night when I left Sefa, I had come home late, taken a shower, calmed down, gone to bed and wanted to start my new life by sleeping. At the most helpless moment of my sleep, something had woken me up. As if something was whispered in my ear. I had quickly put on my clothes and started off. The whisper in my ear was my own voice, which had come down from my ear and found new friends somewhere between my heart and my stomach.

They were yelling at me that I didn’t love Sefa at all and I just pretended to love him. They were screaming at me that I pretended like a cat-loving man because of my lover wanted. Who were they and what were their purpose? That, I don’t know. Ever since I could remember, they used to talk inside my body. It was true that I didn’t love Sefa, I only pretended to love it. By the way, these pompous voices inside me usually used to tell me the truth. I had never loved Sefa but I had expected him to love me. There was no need to grandiose sentences. Sometimes, even a cat can help us to discover something about life.
I had come back to the street where I left Sefa. I had gotten off the car and walked towards the point where I left him. I might not find him. He wasn’t used to streets. The stray dogs were his biggest problem. As I kept thinking about these things, my pangs of conscience had knocked the hell out of me. I had seen Sefa near garbage cans. Cross legged, he purred at me as if he was saying “Where have you been?” His countenance was like a wise person’s face who had been around. He knew that I would come and had understood that I didn’t like him when we first met. I hadn’t understood anything and, like in a soccer game, thrown the life out of bounds with my little passes.
When we came back home, some things had been changed. I had gotten used to Sefa and moved to my own room after being a long-time guest. We had a pact that we made with our eyes. We loved each other and were not pretending anymore. Sefa was growing up, and the lobe (his butt) behind his tail was getting bigger than his head and doing justice to his name.
I had forgotten my past relationship and gotten used to Sefa. My life was more colorful, those pompous voices inside me were quieter, and Sefa was more puffed up. I was happy; I was not saving my laughter anymore, instead, I was spending them loutishly. It was as if someone lightened the color of clouds, roads, and people. Everywhere was sparkling. I guess being able to forget some things had also colored them.

Imagine you were having beautiful dinner with friends, your laugh was filling the entire venue. Keep imagining. What would you do if your ex-lover called you at your joyous moment? Let me tell you; I would keep laughing, let the phone ring twice, and freezing my laugh, I would make sure that people around to table know that this call wasn’t important. Then, I would walk away from the table, clean my throat before talking over the phone, and would remind myself to sound very distant. When one is happy and gets one’s life back, one has the shoe on the other foot. If your ex-lover calls you at this hour, either she or he was depressed or s/he would say that s/he missed you. Don’t mind me telling you these because these self-centered descriptions were more like a scene in a play than reality. My hands had gotten sweaty and my voice had gotten hoarse. I had been afraid of not knowing what to say.
- Hello?
- Hello? Sorry for disturbing you at this hour.
- No problem.
- Sorry. I know we’ve never talked since then. I was wondering about Walnut.

She had called me exactly one year later, hadn’t even asked how I was, and she had remembered her cat when all was well and good.
- You still have Walnut, don’t you? I missed him so much. Can I see him when you’re available?
- Hello? Hello? Are you there?

I had remained silent and not been able to say a word.
- Hello? Are you there?

While hanging up the phone, I said only one sentence:
- His name is Sefa.

           -------------------------------------------------------------------------------------------


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας