Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

KafasinaGore Τεύχος 9: Η ηλικιωμένη γυναίκα.

Η ηλικιωμένη γυναίκα - Engin Akyurek 

Η ανδρεία χάθηκε από τότε που ανακαλύφθηκαν τα όπλα.(1) Οι εγκυκλοπαίδειες χάθηκαν σαν τα κουπόνια τα οποία πετάξαμε,όταν ιδρύθηκε η Google .Οι μηχανές αναζήτησής μας (πχ  οι εγκυκλοπαίδειες)που τις πήραμε για 180 κουπόνια(2) άρχισαν να κιτρινίζουν μέσα σε χάρτινακουτιά. Οι διακοσμητικές πηγές πληροφόρησης μας (πχ εγκυκλοπαίδειες)έφυγαν από  τα σαλόνια μας και μας εγκατέλειψαν.Οι πληροφορίες που είχαμε στα τηλέφωνα μας άρχισαν να μυρίζουν άσχημα στα χέρια μας σαν τη χωματερή Multepe. Δηλαδή η κυρτή λεπίδα(ή το γιαταγάνι)μέσα στη θήκη της θα σκουριάσει.

Μέσα σε σύννεφα σκόνης ,ένα αυτοκίνητο μας προσπέρασε. Ο Χακάν, λέγοντας την ακριβή τιμή του αυτοκινήτου με το πάντα χαμογελαστό του πρόσωπο είπε «κοίτα το αυτοκίνητο, είναι diesel.» Ήταν ωραίο να να μην έχεις  τίποτα να συζητήσεις  ενώ πηγαίνεις  σχολείο. Ο δρόμος ήταν σκονισμένος, τα παπούτσια μας ήταν αυτά που μας είχαν αγοράσει για το Μπαιράμι. Το να μιλάμε για αυτοκίνητα ενώ περπατούσαμε είχε ασφαλτοστρώσει τους σκονισμένους μας δρόμους. Αν ζητάτε από μένα  να περιγράψω τους δρόμους που περπατούσαμε, υπήρχαν άδειες αλάνες ανάμεσα σε κάποια κτίρια. Μια άδεια αλάνα σήμαινε μια μπάλα, ένα παιχνίδι. Ο Χακάν και εγώ κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον. Τα βλέμματα μας ήταν σαν βλέμματα δυο ανθρώπων που ήθελαν να κλοτσήσουν μια μπάλα. Είχε ήδη συναντήσει την μπάλα με το βλέμμα του και την ίδια στιγμή, πετώντας την τσάντα του στην άκρη, έτρεξε προς την αλάνα σαν να περίμενε από μένα να βάλω γκολ. Ο Metin, ο Ali,ο Feyyaz(3) σήμαιναν να σκοράρεις. Έτρεξα στην αλάνα πίσω του αμέσως για να παίξω ποδόσφαιρο. Μετατρέποντας τη γραβάτα μου, που έμοιαζε με κεφάλι καρφίτσας ραψίματος, σε περιβραχιόνιο αρχηγού και δένοντας την γύρω από το μπράτσο μου, έδωσα μια πάσα στον Χακάν. Οι ιδρωμένες μας μασχάλες και ο ιδρωμένος μας  λαιμός είχαν δημιουργήσει μια εφηβική ένταση. Την δεύτερη ώρα ο καθηγητής της γεωγραφίας θα μπορούσε να μιλήσει για την γεωγραφία των χωρών κοιτάζοντας τα πρόσωπα μας. Ο Χακάν με το ιδρωμένο του πρόσωπο θα μπορούσε να μετατραπεί σε αφρικανικές ερήμους και εγώ θα μπορούσα να είμαι από τα πιο κόκκινα μέρη του παγκόσμιου άτλα. Δεν ξέραμε με ποιον παίζαμε ποδόσφαιρο. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με το να κλοτσήσουν την πλαστική μπάλα που τους πάσαραν. Ήταν σαν να μην παίζαμε ποδόσφαιρο αλλά σαν να πετούσαμε ακόντιο. Ήμασταν ευτυχισμένοι και νιώθαμε και τη φυσική άνεση του ότι δεν θα πηγαίναμε για μάθημα την  πρώτη ώρα. Και αυτή η άνεση δεν είχε σχέση με το ότι την πρώτη ώρα είχαμε φυσική. Ήταν το χωματένιο γήπεδο που αντιστοιχούσε στην ευχαρίστηση του να κάνεις κοπάνα από το σχολείο. Και μια άλλη αλήθεια ήταν ότι το να δίνει πάσα ο ένας στον άλλο μπορούσε να γίνει τόσο επίσημο γεγονός όσο ένα πιστοποιητικό κατοικίας, αφού ήμασταν από την ίδια γειτονιά. Οι κλωτσιές στο παντελόνι μου ήταν η σφραγίδα των παιδιών από τις άλλες γειτονιές .Κυλίστηκα μέχρι το κάτω μέρος  του τοίχου μέσα στον ιδρώτα, μετά από όλο αυτό το τρέξιμο και το κλώτσημα .Ήμουν σαν να  έφτιαχνα ροζάριο με τις σταγόνες του ιδρώτα  να πέφτουν από την μύτη μου στο στόμα μου χρησιμοποιώντας τη γλώσσα μου. Ήμουν τόσο διψασμένος που δεν κατάλαβα καν  την ηλικιωμένη γυναίκα που με πλησίασε. Όταν κάποιος διψάει ακόμη και η ζωή σωπαίνει.

«Γιε μου…» είπε. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου, είδα ένα άτομο με δυο συμπονετικά μάτια και ένα γέρικο σώμα να με κοιτά.

«Μάλιστα κυρία,» είπα.

«Γιε μου, σε παρακαλώ μην νομίσεις ότι είμαι ζητιάνα.»

Το να μου πει ότι δεν ήταν ζητιάνα ήταν στην πραγματικότητα σαν ένα ταχυδρομικό περιστέρι ( μια ένδειξη )ότι θα ζητούσε κάτι. Ο σύζυγος της ηλικιωμένης γυναίκας είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο και ο άχρηστος γιος της είχε σπαταλήσει όλη την σύνταξή της. Είχε καταλήξει στο φτωχοκομείο και είχε την ανάγκη ακόμη και ενός μικρού καταϊδρωμένου παιδιού σαν εμένα .Αυτά που μου είπε η ηλικιωμένη  γυναίκα είχαν δημιουργήσει τσουνάμι στη διψασμένη γλώσσα μου.
Στεναχωρήθηκα, κάτι που απέδειξε ότι κάποιος μπορούσε να στεναχωρηθεί όταν διψούσε. Η ηλικιωμένη  γυναίκα ήθελε χρήματα για τα φάρμακά της. Ήμουν μαθητής και το χαρτζιλίκι μου δεν μπορούσε ούτε  να δημιουργήσει την επίδραση ενός  εικονικού φάρμακου, πόσο μάλλον να φτάσει για να αγοράσει τα φάρμακα της. Φώναξα «Χακάν!». Όταν ο Χακάν σήκωσε το κεφάλι του και μας είδε, κατάλαβε πως είχε η κατάσταση και ήρθε αμέσως  δίπλα μου. Η γυναίκα είπε την ιστορία της και στον Χακάν μετά από μένα, βρίσκοντας δύναμη χωρίς να κουραστεί ή να ντραπεί. Λες και δεν έφθαναν τα ιδρωμένα μας πρόσωπα, ίδρωσαν και τα μάτια μας από αυτά που μας είπε. Ήμασταν υπερβολικά συναισθηματικοί ή μήπως η γριά γυναίκα είχε δημιουργήσει στο μυαλό μας μια «σκηνή Kemalettin Tugcu»; Ο Χακάν και εγώ κοιταχτήκαμε πάλι. Αυτή τη φορά του έριξα μια ματιά. Έπρεπε να βοηθήσουμε την ηλικιωμένη γυναίκα. Τουλάχιστον έπρεπε να της αγοράσουμε τα φάρμακά της. Είχα ήδη ξεχάσει την δίψα μου. Ο ιδρώτας μου είχε δροσίσει το σώμα μου και δημιούργησε έναν πιο δροσερό καιρό. Ο Χακάν και εγώ ρίχναμε ματιές ο ένας  στον άλλον για να βρούμε τι μπορούσαμε να κάνουμε, αλλά δεν μπορούσαμε να σκοράρουμε σε αυτό το μονότερμα που παίζαμε με τα μάτια μας. Ο Χακάν πιάνοντας  το μπράτσο μου, μου  είπε «Εσύ, πήγαινε να πάρεις τον κουμπαρά σου και εγώ θα φέρω τα λεφτά που κρύβει ο αδερφός μου.» Φαντάζομαι ότι αυτό που είπε δημιούργησε μια επίδραση «Ρομπέν των Δασών»και είπα «Eντάξει.» Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Την πρώτη ώρα είχαμε φυσική και η μαμά μου είχε τον κουμπαρά μου στο καθιστικό που ήταν το πιο κεντρικό μέρος του σπιτιού. Το χαμογελαστό πρόσωπο του Χακάν, με μια σοβαρότητα που δεν περίμενες από αυτόν, σαν να είχε ήδη λύσει το πρόβλημα, είπε «Θα πούμε στους γονείς μας ότι ξεχάσαμε την εργασία μας.  Έτσι, εσύ θα μπορέσεις να πάρεις τον κουμπαρά σου και εγώ τα κρυμμένα λεφτά του αδερφού μου.» Γιατί δεν μπόρεσα να σκεφτώ ένα τόσο απλό σχέδιο; Μια ζηλόφθονη αλαζονεία , αποτέλεσμα του ότι δεν ήμουν ικανός να λύσω απλά πράγματα, επισκέφθηκε το σώμα μου για λίγα δευτερόλεπτα.

«Κυρία, περιμένετε εδώ, θα επιστρέψουμε ,»είπα. Η ηλικιωμένη γυναίκα άφησε το  γέρικο σώμα της να καθίσει σε μια πέτρα, κοιτάζοντας μας με ένα βλέμμα σαν να μπορούσε να περιμένει για πάντα.

Το τελευταίο βλέμμα της ηλικιωμένης  γυναίκας  είχε λαδώσει τις φτέρνες μας και τρέξαμε στα σπίτια μας. Εγώ έφερα τον κουμπαρά μου και ο Χακάν έκλεψε τα λεφτά του αδερφού του. Άραγε θα ήμασταν ανίκανοι για οτιδήποτε καλό και στο μέλλον επειδή κλέψαμε τα παιδικά μας χρήματα ; Καθώς επιστρέφαμε ο Χακάν είχε μια καινούρια ιδέα. Η γειτόνισσα μας η αδερφή Νεσρίν ήταν νοσοκόμα που δούλευε στην κλινική του δήμου στον διπλανό δρόμο. Θα πηγαίναμε την ηλικιωμένη γυναίκα στην κλινική για να την περιποιηθούν. Ήταν η μέρα του Χακάν αλλά και εγώ είχα την ιδέα να ανταλλάξουμε τα νομίσματα με χαρτονομίσματα και να τα βάλουμε σε έναν φάκελο. Πήγαμε στην κλινική, παίρνοντας την ηλικιωμένη γυναίκα που μας περίμενε. Η ηλικιωμένη γυναίκα που υπάκουε σε ό,τι και να λέγαμε,ήταν η νεώτερη  φωνή της συνείδησης μας.

Ενώ ο Χακάν μιλούσε με την αδελφή Νεσρίν ,εγώ έβαλα τα χρήματα μέσα σε έναν φάκελο που αγοράσαμε από ένα μαγαζί με είδη γραφείου και τον έδωσα στη γυναίκα. Η ηλικιωμένη γυναίκα ξέσπασε σε δάκρυα και έσπασε μια φορά ακόμη τον κουμπαρά μου. Ο Χακάν βγάζοντας το κεφάλι του από το παράθυρο της κλινικής είπε «Έλα, έλα!» Η κλινική έμοιαζε με κάρτα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, με μωρά να κλαίνε και παιδιά με μαγουλάδες να περιμένουν στη σειρά. Η αδερφή Νεσρίν μας είπε ότι είχε μεγάλη ουρά και για αυτό θα έπρεπε να περιμένουμε λίγο. Δεν ξέχασε επίσης να ρωτήσει γιατί δεν ήμασταν στο σχολείο. Όταν βγήκαμε από την κλινική, δεν είδαμε την ηλικωμένη κυρία στον κήπο. Ελέγξαμε την τουαλέτα, τον διάδρομο, ακόμη και το γήπεδο όπου έσταζα ιδρώτα. Νομίζαμε ότι η ηλικιωμένη γυναίκα ντράπηκε και δεν ήθελε να πονέσει. Ήμασταν κακά παιδιά. Την είχαμε ντροπιάσει. Ήμασταν απερίσκεπτα παιδιά που κλέβαμε λεφτά από τα αδέρφια μας, ήμασταν σημερινοί κλέφτες κουμπαράδων και αυριανοί ληστές αληθινών τραπεζών.

Θέλω να σταματήσω να γράφω εδώ και να σας πω κάτι. Μπορώ να σας ακούσω να μας αποκαλείτε βλάκες. Ξέρω πως αυτή δεν είναι μια ιστορία που αξίζει να την πεις σήμερα. Είμαστε πιο σοφοί σήμερα; Το γιαταγάνι μέσα στη θήκη του θα σκουριάσει.

Την επόμενη μέρα είπαμε την ιστορία μας στους συμμαθητές μας. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ότι δεν είχαμε και πολλά να κάνουμε, πάντως όλοι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της ηλικιωμένης γυναίκας. Ο Χακάν και εγώ σταματούσαμε κάθε μέρα στο χωματένιο γήπεδο με την ελπίδα να την δούμε εκεί. Και στους δυο μας έλειψε η ηλικιωμένη  γυναίκα. Αν την βρίσκαμε είχαμε πολλούς φίλους που ήθελαν να βοηθήσουν και που μπορούσαν να κλέψουν από τους γονείς τους. Ακόμη και οι δάσκαλοι στο σχολείο ήθελαν να βοηθήσουν. Μετά από όλα αυτά τα  χρόνια η απλότητα αυτής της ιστορίας και η πείρα μας ήταν η απόδειξη του πως μια ηλικιωμένη γυναίκα κορόιδεψε δύο εφήβους. Η εμπειρία μας, τα βάσανά μας, η ευτυχία  μας, είχαν κλέψει την αθωότητα αυτής  της ιστορίας και μας έβαλαν την ταμπέλα του βλάκα.  Όσο πιο σοφοί γίναμε ,τόσο πιο ανόητοι είμαστε και η εμπειρία μας, μας έκανε να παραιτηθούμε από τη συνείδηση μας. 

Όταν πηγαίναμε στο σχολείο πάντα σταματούσαμε στο χωματένιο γήπεδο. Η πέτρα όπου είχε καθίσει η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν κάτι σαν τον βωμό του Geyikli Baba(5).Είναι αλήθεια ότι καλέσαμε τους συμμαθητές μας και οργανώσαμε ένα μυσταγωγικό ταξίδι στον βράχο. Ήμασταν οι χρήσιμοι  κλέφτες τους οποίους έδειχναν με νόημα στα διαλείμματα.

Κάθε ιστορία χρειάζεται κάποιο χρόνο για να τελειώσει. Σκοντάψαμε πάνω στην ηλικιωμένη γυναίκα την οποία ψάχναμε , σε μια άλλη γειτονιά μετά από μήνες. Τσιρίξαμε μόλις την είδαμε. Τελικά την βρήκαμε. Είχαμε ερωτήσεις για  την ηλικιωμένη  γυναίκα. Είχε αγοράσει τα φάρμακά της; Τι  είχε συμβεί με την σύνταξή της και με τον άχρηστο γιο της; Η ηλικιωμένη γυναίκα που είδε τη χαρά μας ,θα το έσκαγε αν τα πόδια της το επέτρεπαν. Είπαμε «Πού ήσασταν κυρία;» Η ηλικιωμένη γυναίκα μας κοίταζε  με το στόμα ανοιχτό και δεν μπορούσε να πει τίποτα .Ο Χακάν χαλαρώνοντας το χαμογελαστό του πρόσωπο τα είχε πει όλα. Και εγώ την ρώτησα αν πήρε τα φάρμακά της. Το νόημα του βλέμματος της ηλικιωμένης γυναίκας  και η έκπληξη της ήταν μια πληροφορία που θα ήταν βάσιμη σήμερα. Δεν θέλω καν να μιλήσω για το πως έμοιαζε το πρόσωπό της όταν της είπα ότι ο διευθυντής θα την βοηθούσε. Από τον διευθυντή μέχρι τους μάστορες της γειτονιάς, όλοι ήξεραν την ιστορία της. Ακόμη και οι νέοι της γειτονιάς  μας σχεδίαζαν να δείρουν τον άχρηστο γιο της. Η ιστορία είχε μεγαλοποιηθεί και άλλαξε τον γιο της σε ένα μεθύστακα που έδερνε την μητέρα του. Η δημιουργικότητα και το κουτσομπολιό δεν είχαν όρια σε τέτοιες καταστάσεις. Η ηλικιωμένη γυναίκα παρέμενε σιωπηλή και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις μας. Νομίζοντας ότι ντρεπόταν, απαντούσαμε μόνοι μας τις ίδιες μας τις ερωτήσεις . Ήμασταν σαν τους υποψήφιους στις δημοτικές εκλογές. Θα αγοράζαμε καρέκλες για την ηλικιωμένη γυναίκα παρόλο που δεν είχαμε πιστωτική κάρτα.

Η ηλικιωμένη γυναίκα δένοντας το μαντήλι στο κεφάλι της, το οποίο κάλυπτε τα μαλλιά της, είπε μόνο μια πρόταση:

«Γιέ μου, που μένεις;»

Αχ, βρε θεία!

Υποσημειώσεις:
1. «Η ανδρεία χάθηκε από τότε που ανακαλύφθηκαν τα όπλα.(/Το γιαταγάνι μέσα στη θήκη του θα σκουριάσει.» είναι στίχοι από το έπος του Koroglu(η κυριολεκτική σημασία είναι ο γιος του τυφλού) το οποίο είναι ένα από τα πιο διάσημα τουρκικά λαϊκά παραμύθια και μιλάει για την ιστορία ενός ήρωα που αγωνιζόταν εναντίον ενός άδικου ηγεμόνα.. Αυτοί οι στίχοι λένε ότι οι παλιοί ιπποτικοί τρόποι χάθηκαν για πάντα με την ανακάλυψη των όπλων. Μπορείτε να βρείτε την ιστορία  αυτών των στίχων στο http://quatr.us/centralasia/literature/koroglu.htm και περισσότερες πληροφορίες για αυτό το έπος στο http://www.iranicaonline.org/ar…/kroglu-i-literary-tradition
2.Στο παρελθόν οι τουρκικές εφημερίδες συνήθιζαν να δίνουν εγκυκλοπαίδειες τις οποίες τις έπαιρνε κάποιος αν μάζευε έναν συγκεκριμένο αριθμό κουπονιών που ήταν τυπωμένα στην εφημερίδα κάθε μέρα για να αυξήσουν τις πωλήσεις τους.
3.Θρυλικοί παίκτες της  Μπεσίκτας (ποδοσφαιρική ομάδα) στα τέλη της δεκαετίας του 80 και στις αρχές της δεκαετίας του 90.
4.Ο Kemalettin Tugcu ήταν ένας Τούρκος  συγγραφέας που ήταν διάσημος για τις πολύ μελοδραματικές του ιστορίες, οι οποίες συγκινούσαν  πολλούς νεαρούς  αναγνώστες τις δεκαετίες 70 και 80. Μπορούμε να πούμε ότι τα παιδιά εκείνης της εποχής  έμαθαν πως να κλαίνε  από τα βιβλία του
5.Ο Geyikli Baba ( ο πατέρας που είχε  ένα ελάφι)είναι το παρατσούκλι ενός δερβίση που λεγόταν Babasultan και ζούσε στο χωριό Babasultan στην Προύσα την εποχή του Orhan Gazhi ο οποίος ήταν ο δεύτερος σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι φήμες λένε ότι πολέμησε με ένα τεράστιο σπαθί πάνω σε ένα ελάφι κατά την ίδρυση της Προύσας. Επειδή ήταν πολύ κοινωνικός και γλυκομίλητος,οι στρατιώτες  του τον φώναζαν «Πατέρα».


   

(Τhanks to Engin Akyurek Universal Fans Club for English translation) 

Old Woman
By Engin Akyurek
[Translated by Engin Akyurek Universal Fans Club]

Valor has been lost whence guns were invented (1). Encyclopedias have gone away like flying coupons when Google was founded. Our search engines (i.e encyclopedias) that we got for 180 coupons (2) began to turn yellow inside cardboard boxes. Our decorative information sources (i.e. encyclopedias) left our living rooms and abandoned us. The information we had on our phones started stinking like the Maltepe Dump in our hands. That is, the curved blade (or a scimitar) in its holster shall rust.

Rising clouds of dust, a car had passed by us. Hakan, telling the expensive price tag of the car with his always smiling face, had said “Look at the car; it is a diesel car.” It was nice to have nothing to talk while going to school. The road was dusty, our shoes were the ones bought for Bayram celebrations. Talking about cars while walking had tarmacked our dusty roads. If you want me to describe the roads that we walked, there were empty lots between some buildings. An empty lot meant a ball, a game. Hakan and I had looked at each other. Our stares were like the stares of the two people who wanted to kick a ball. He had already crossed the ball with his stares and at the same time, throwing his bag aside, he had run towards the lot as if he was expecting me to score a goal. Metin, Ali, Feyyaz (3) meant scoring a goal. I had run to the lot right after him to play soccer. Turning my tie, which looked like a sewing pinhead, into a captain band by tying it around my biceps, I had passed the ball to Hakan. Our sweaty armpits and neck had created an adolescent tension. In our second period, our geography teacher could tell countries’ geography by looking at our faces. Hakan could turn into African deserts with his sweaty face, and I could be the most reddish parts of the world atlas. We hadn’t known with whom we were playing soccer; everybody was excited to kick the plastic ball passed to them. It was as if we weren’t playing soccer but throwing a javelin. We were happy and we had the physical comfort of not attending the first period. And this easy manner was not related to our first period being a Physics class. It was the dirt field equivalent of the pleasure of ditching the school. And another truth was that passing ball to each other could become as official as a certificate of residence since we were from the same neighborhood. I had rolled myself over to bottom of the wall when I sweat bullets after all those running and kicking. I was like I was making a rosary with the drops falling from my nose to my mouth using my tongue. I was so thirsty that I hadn’t even realized the old woman who approached me. When a person gets thirsty, the life gets silent as well.

“Son…” she said. When I raised my head, I saw a person with two compassionate eyes and an old body looking at me.

“Yes, ma’am,” I said.

“Son, please don’t think that I am a beggar.”

Her telling me that she wasn’t a beggar was actually kind of a homing pigeon (an indication) of how she would want something. The old woman’s husband had passed away last year and her useless son had spent all her retirement income. She had ended up in the poorhouse and had even needed help of a little kid like me sweating bullets. The things which the old woman told me had created tsunamis on my thirsty tongue. I had gotten sad, which proved that one could get sad when one was thirsty. The old woman had wanted money for her medicine. I was a student and my lunch money couldn’t even create a placebo effect let alone afford her medicine. I had yelled “Hakan!” When Hakan raised his head and saw us, he had understood the situation and come next to me right away. The old woman had also told Hakan her story, finding the strength from me, without getting tired or being embarrassed. As if our sweaty faces weren’t enough, our eyes had gotten sweaty, too, because of what she told us. Were we too sentimental or had the old woman created a “Kemalettin Tuğcu (4) scene” in our minds? Hakan and I had caught each other’s eyes again. This time, I had thrown a glance at him. We had to help the old woman; at least, we should buy her medicine. I had already forgotten my thirst. My sweat cooled my body down and created a colder weather. Hakan and l were throwing stares each other’s way to find out what we could do but we couldn’t score in this single-goal post soccer game that we played with our eyes. Hakan, taking my arm, had said “You, go get your penny bank, and I will bring the money that my brother hid.” I guess, what he said had created a “Robin Hood” effect, I said “Ok.” There was a problem, though. The first period was a physics class and my mother had kept my penny bank in the living room which was the most central part of the house. Hakan’s smiling face, with a seriousness that wasn’t expected from him, as if he already solved the problem, had said “We tell our parents that we forgot our homework. That way, you can get your penny bank, and I can get my brother’s hidden money.” Why couldn’t I think such a simple plan? A jealous conceit as a result of not being able to solve simple things had visited my body for a couple of seconds.

“Ma’am, you wait here, we will be back,” I had said. The old woman, letting her old body sit on a rock, had stared at us with a look that she could wait forever.

The old woman’s last look had greased our heels and we had run to our homes. I had brought my penny bank and Hakan had stolen his brother’s money. Would we be up to no-good in the future, too, by stealing our children’s money? While we were going back, Hakan had have a new idea. Our neighbor Sister Nesrin was a nurse who worked at the community clinic at the next street. We would take the old lady to the clinic and have her treated. This was Hakan’s day but I had have the idea of exchanging coins for bills and putting them into an envelope. We had gone to the clinic, taking the old woman who was waiting us. The old woman who obeyed whatever we told was the youngest voice of our conscience.

While Hakan was talking to Sister Nesrin, I had put the money into the envelope that we purchased from an office supply store and given the envelope to the old woman. The old lady had been moved to tears and broken my penny bank once again. Hakan, sticking his head out of the clinic’s window, had said “Come, come!” The clinic looked like a World War II postcard with babies crying and children infected with mumps waiting in line. Sister Nesrin had told us there was a long queue and therefore we had to wait a little. She hadn’t forgotten to ask why we weren’t in the school, either. When we got out of the clinic, we couldn’t see the old lady in the garden. We had checked the restroom, the corridor, even the field in which I sweated bullets. We had thought that the old lady was embarrassed and therefore didn’t want to be hurt. We were bad kids. We had embarrassed her. We were inconsiderate kids who stole money from our siblings; who were penny bank robbers of today and real bank robbers of the future.

I want to stop my writing here and tell you something. I can hear that you call us idiots. I know that this is not a story worth telling today. Are we wiser today? The curved blade in its holster shall rust.

The next day, we had told our story to our class mates. I don’t know if it was because we didn’t have much to do, everybody had been interested in the old woman’s story. Hakan and I had stopped by the dirt field every day in the hope of seeing her there. We both had missed the old lady. If we could find the old lady, we had many friends who wanted to help and who could steal from their parents. Even our teachers in the school had wanted to help. After all these years, the simplicity of this story and our life experience were the proof of how that old lady fooled two adolescents. Our experience, our sufferings, our happiness had stolen the innocence of this story and labeled us as idiots. The wiser we had gotten, the more foolish we had become and our experience had retired our conscience.

While we were going to school, we had always stopped by the dirt field. The rock that the old woman sat had been like a shrine of the Geyikli Baba (5). It is true that, calling our classmates, we organized a mystic travel to that rock. We were the helpful thieves pointed at during breaks.

Every story needs some time to end. We had stumbled the old woman whom we looked for in another neighborhood after months. We had whooped when we saw her. We had finally found her. We had questions for the old woman. Had she bought her medicine? What had happened to her retirement salary and her useless son? The old woman who saw our happiness could run away if her feet allowed her. We had said “Where were you ma’am?” The old lady gaped at us and couldn’t say anything. Hakan, relaxing his smiling face, had told everything. And I had asked her if she took her medicine. The meaning of the old lady’s stare and surprise was an information that was valid today. I don’t even want to talk about how her face looked like when I told her that the principal would help her. From the principal to the neighborhood artisans, everybody knew her story. Even our neighborhood’s young men had a plan to beat her useless son. The story had been exaggerated and changed his useless son to a drunk who beat his mother. Creativity and gossip knew no limits in such kind of situations. The old lady was keeping quiet and was not answering our questions. Thinking that she was embarrassed, we were answering our own questions. We were like the candidates of candidate in municipal elections. We were going to buy chairs for the old lady even though we didn’t have a credit card.

The old lady tidying up her headscarf that didn’t show her hair had said only a single sentence:

“Son, where do you live?”

Ah, the old lady!

Footnotes:
1-“Valor has been lost whence guns were invented / The curved blade in its holster shall rust.” were the verses taken from the Epic of Koroglu (literal meaning is son of the blind man) which is one of the famous Turkish folk tales that tell the story of a hero struggling against the unjust ruler. These verses tell that the old chivalric ways lost forever with the invention of guns. You can find the story of this verses at http://quatr.us/centralasia/literature/koroglu.htm and more information about this epic at http://www.iranicaonline.org/articles/kroglu-i-literary-tradition

2-In the old days, Turkish newspapers used to give out encyclopedias for collecting certain number of cut-out coupons printed on the newspaper each day to increase their sales.

3-Legendary players of the Beşiktaş Football Club in the late 80s, early 90s.

4-Kemalettin Tuğcu was a Turkish writer who was famous with his very melodramatic stories that reached many young readers in 70s and 80s. We can say that children of those years learned how to cry from his books. 

5-Geyikli Baba (Father who had deer) is the nickname of a dervish named Babasultan who lived in Babasultan village of the city of Bursa during the era of Orhan Gazhi who was the second Sultan of the Ottoman Empire. Rumors say that he fought with a huge sword on a deer during the establishment of Bursa. Because he was very sociable and well-spoken, the soldiers of the military post there called him as “Father”.

[Translated by Engin Akyurek Universal Fans Club] 

   --------------------------------------------------------------------------------------

 FRANÇAIS

La vieille femme
Le courage a été perdu quand les armes ont été inventées (1). Les encyclopédies ont disparu comme les coupons jetables lorsque Google a été fondée. Nos moteurs de recherche (p.ex. les encyclopédies) que nous avons eues  pour 180 coupons (2) ont commencé à jaunir dans des boîtes en carton. Nos sources d'information décoratives (les encyclopédies) ont quitté nos salons et nous ont abandonnés. Les informations que nous avions sur nos téléphones ont commencé à sentir mauvais dans nos mains comme la décharge Maltepe. Autrement dit, la lame courbée (ou un cimeterre) dans son étui ne rouille pas.

Dans des nuages de poussière, une voiture était passée  par nous. Hakan, racontant le prix cher de la voiture avec son visage toujours souriant, avait dit: “Regarde la voiture;c’ est une voiture diesel ".C’ était agréable de n’avoir rien à dire en allant à l'école. La route était poussiéreuse, nos chaussures étaient celles  achetées pour les fêtes de Bayram. Parler des voitures pendant la marche avait goudronné nos routes poussiéreuses. Si vous voulez que je vous décrive les routes dans lesquelles  nous avons marché, il y avait beaucoup de vides entre certains bâtiments. Une parcelle vide signifiait un ballon, un jeu. Hakan et moi avions regardé l’ un l’ autre. Nos regards étaient comme les regards des deux personnes qui voulaient taper sur un ballon. Il avait déjà franchi le ballon avec ses regards et en même temps, en jetant son sac de côté, il avait couru vers la parcelle comme s'il m’ attendait de marquer un but. Metin, Ali, Feyyaz (3) signifiait marquer un but. J'avais couru à la parcelle juste après lui pour  jouer au football. Transformant ma cravate, qui ressemblait à une tête d'épingle de couture, à une bande de capitaine en l'attachant autour de mes biceps, j'avais passé le ballon à Hakan. Nos aisselles en sueur et notre cou avaient  créé une tension adolescente.Pendant notre deuxième heure de classe, notre professeur de géographie pourrait dire la géographie des pays en regardant nos visages. Hakan pourrait se transformer en déserts africains avec son visage en sueur, et je pourrais être les parties les plus rougeâtres de l'atlas mondial. Nous ne connaissions pas avec qui nous jouions au football; tous  étaient heureux de frapper le ballon en plastique qui leur est passé. Il était comme si nous ne jouions pas au football, mais lancer un javelot. Nous étions heureux et nous avons eu le confort physique de ne pas assister à la première heure de classe. Et cette manière facile n'a pas été liée à notre première heure de classe étant une classe d’EPS.C’ était  le champ  sale l'équivalent du plaisir de faire l'école buissonnière. Et une autre vérité était que passer le ballon l’un à l'autre pourrait devenir aussi officiel que le certificat de résidence puisque nous étions du même quartier. J'avais roulé sur le bas du mur en étant inquiet  après tous ces courses  et coups de pied. J'étais comme si je faisais un rosaire avec les gouttes tombant de mon nez à ma bouche en utilisant ma langue. J'avais si soif que je n'avais même pas réalisé la vieille femme qui s'approchait de moi. Quand une personne a soif, la vie devient silencieuse aussi.
"Mon enfant ..." elle a dit. Quand j'ai levé la tête, j'ai vu une personne avec deux yeux pleins de compassion et un vieux corps me regardant.
“Oui, madame” j’ai dit.
"Mon enfant  s'il te plaît ne pense pas que je suis mendiante."
En me disant  qu'elle n'était pas une  mendiante était en fait une sorte de pigeon voyageur(une indication) de la façon dont elle voudrait quelque chose. Le mari de la vieille était mort  l'année dernière et son fils inutile a dépensé toute sa retraite. Elle avait fini dans une maison pour sans abri et avait même besoin de l'aide d'un petit gosse suant comme moi. Ce que la vieille femme m’a  dit avait créé des tsunamis sur ma langue assoiffée. J'étais triste, ce qui prouvait que l'on pouvait être triste quand on avait soif. La vieille femme voulait de l'argent pour ses médicaments. J'étais un élève et mon argent pour mon goûter ne pouvait même pas créer un effet placebo et encore moins se payer ses médicaments. J'avais crié "Hakan!" Quand Hakan a levé la tête et nous a vus, il avait compris la situation et est venu tout de suite à côté de moi. La vieille femme avait aussi raconté à Hakan son histoire, trouvant la force par moi, sans se fatiguer ni être embarrassée. Comme si nos visages en sueur n'étaient pas assez, nos yeux étaient devenus en sueur, aussi, à cause de ce qu'elle nous a dit. Étions-nous trop sentimentaux ou la vieille avait-elle créé une “scène de Kemalettin Tuğcu (4)” dans nos esprits? Hakan et moi avions regardé l'un  l'autre. Cette fois, j'avais jeté un coup d'œil sur lui. Nous devions aider la vieille femme; Au moins, nous devrions acheter son médicament. J'avais déjà oublié ma soif. Ma sueur refroidissait mon corps et a créé un temps plus froid. Hakan et moi avons jeté des regards l’un à l’ autre pour savoir ce que nous pouvions faire, mais nous ne pouvions pas marquer dans ce match de football que nous avons joué avec nos yeux un seul but. Hakan, prenant mon bras, avait dit: “Toi, va chercher ta tirelire, et moi,je vais apporter l'argent que mon frère cache.” Je suppose que ce qu'il a dit avait créé un " Robin des Bois" effet, j'ai dit "Ok". Il y avait un problème, cependant. La première heure de l’école était une classe de physique et ma mère avait gardé ma tirelire dans le salon qui était la partie la plus centrale de la maison. Le visage souriant de Hakan, avec un sérieux qui n'était pas attendu de lui, comme s'il avait déjà résolu le problème, avait dit: “Nous dirons à nos parents que nous avons oublié nos devoirs. Ainsi, tu peux prendre ta tirelire, et je peux prendre l'argent caché de mon frère.” Pourquoi je ne pourrais  pas penser à  un plan aussi simple?” Une jalousie à cause de ne pas pouvoir résoudre des choses simples avait visité mon corps pendant quelques secondes.

“Madame, vous attendez ici, nous reviendrons,”j'avais dit. La vieille femme, laissant son vieux corps assis sur un rocher, nous avait fixé avec  un regard montrant qu’elle pouvait attendre pour toujours.
Le dernier regard de la vieille femme avait graissé nos talons et nous avions couru chez nous. J'avais apporté ma tirelire et Hakan avait volé l'argent de son frère. Nous ne serions pas bons à l'avenir en volant cet argent? Pendant que nous revenions, Hakan avait une nouvelle idée. Notre voisine, la soeur Nesrin, était infirmière qui travaillait à la clinique communautaire de la rue suivante. On emmènerait la vieille femme à la clinique et on la traiterait. C'était la journée de Hakan, mais j'avais l'idée d'échanger des pièces pour des billets de banque et de les mettre dans une enveloppe. Nous sommes allés à la clinique, en prenant la vieille femme qui nous attendait. La vieille femme qui obéissait à tout ce que nous  lui disions c’ était la voix la plus jeune de notre conscience.
Pendant que Hakan parlait à la sœur Nesrin, j'avais mis l'argent dans l'enveloppe que nous avions achetée dans une papeterie et j’ai  donné l'enveloppe à la vieille femme. La vieille femme  avait été émue aux larmes et elle a cassé ma tirelire encore une fois. Hakan, sortant la tête de la fenêtre de la clinique, avait dit: “Viens, viens!” La clinique ressemblait à une carte postale de la Seconde Guerre mondiale avec des bébés en train de pleurer et des enfants infectés par les oreillons qui attendaient en ligne. La sœur Nesrin nous avait dit qu'il y avait une longue queue  et donc nous avons dû attendre un peu. Elle n'avait pas oublié non plus  de demander pourquoi nous n'étions pas à l'école. Quand nous sommes sortis de la clinique, nous ne pouvions pas voir la vieille femme dans le jardin. Nous avions vérifié les toilettes, le couloir, même le champ  sale dans lequel  j’avais transpiré. Nous avions pensé que la vieille femme était embarrassée et donc elle ne voulait pas être blessée. Nous étions de mauvais enfants. Nous l'avions embarrassée. Nous étions des enfants inconsidérés qui ont volé l'argent de nos frères; qui étaient voleurs  de tirelires d'aujourd'hui et de vrais voleurs de banque de l'avenir.
Je veux arrêter mon écriture ici et vous dire quelque chose. Je peux entendre que vous nous appelez idiots. Je sais que ce n'est pas une histoire digne d'être racontée aujourd'hui. Sommes-nous plus sages aujourd'hui? La lame courbée dans son étui rouillera.
Le lendemain, nous avions raconté notre histoire à nos camarades de classe. Je ne sais pas si c'était parce que nous n'avions pas beaucoup à faire, tout le monde s'était intéressé à l'histoire de la vieille femme. Hakan et moi nous nous  étions arrêtés tous les jours dans le champ  sale avec l'espoir de la voir là-bas. Nous avions tous les deux raté la vieille dame. Si nous pouvions trouver la vieille femme, nous avions beaucoup d'amis qui voulaient aider et qui pourraient voler par leurs parents. Même nos professeurs avaient voulu aider. Après toutes ces années, la simplicité de cette histoire et notre expérience de vie ont été la preuve de la façon dont cette vieille dame a dupé deux adolescents. Notre expérience, nos souffrances, notre bonheur avaient volé l'innocence de cette histoire et nous ont qualifiés comme idiots. Le plus sage que nous avions eu, plus stupide nous étions devenus et notre expérience avait retiré notre conscience.
Pendant que nous allions à l'école, nous nous étions toujours arrêtés au champ  sale. Le rocher où la vieille femme s’était  assise, avait été comme un sanctuaire de Geyikli Baba (5). Il est vrai que, en appelant nos camarades de classe, nous avons organisé un voyage mystique à ce rocher. Nous étions les voleurs utiles qu’on pointait pendant les pauses.
Chaque histoire a besoin du temps pour  terminer. Nous avions trébuché la vieille femme que nous cherchions dans un autre quartier après des mois. Nous avions poussé des cris quand nous l'avons vue. Nous l'avions enfin trouvée. Nous avions des questions pour la vieille femme. Avait-elle acheté son médicament?Il est arrivé quoi à sa retraite et à son fils inutile? La vieille femme qui voyait notre bonheur pouvait s'enfuir si ses pieds le lui permettaient. Nous avions dit: “Où étiez-vous madame?” La vieille femme nous regardait et ne pouvait rien dire. Hakan, relaxant son visage souriant, avait tout dit. Et je l’ avais demandée si elle avait pris son médicament. Le sens du regard et de la surprise de la vieille femme était une information valide aujourd'hui. Je ne veux même pas parler comment son visage ressemblait quand je lui ai dit que le principal l'aiderait. Du principal aux artisans du quartier, tout le monde connaissait son histoire. Même les jeunes gens de notre quartier avaient un plan pour frapper son fils inutile. L'histoire avait été exagérée et avait modifié son fils inutile en un ivrogne qui frappait sa mère. La créativité et les commérages ne connaissaient aucune limite dans ce genre de situations. La vieille femme se taisait et ne répondait pas à nos questions. Pensant qu'elle était embarrassée, nous répondions à nos propres questions. Nous étions comme les candidats aux élections municipales. Nous allions acheter des chaises pour la vieille femme même si nous n'avions pas de carte de crédit.
La vieille femme qui rangeait son foulard qui ne montrait pas ses cheveux n'avait dit qu'une phrase:
"Mon enfant, où tu habites?"
Ah! La vieille femme!
Notes:
1- "La valeur a été perdue là où les pistolets ont été inventés / La lame curbée dans son étui rouille." c’étaient les vers pris de l'épopée de Koroglu (à sens littéral c’est fils de l'aveugle) qui est l'un des fameux contes populaires turcs qui raconte l'histoire d'un héros luttant contre le dirigeant injuste. Ces vers racontent que les vieilles manières chevaleresques ont été perdues pour toujours avec l'invention des armes. Vous pouvez trouver l'histoire de ces vers à
et plus d'informations sur cette épopée à
2-Au passé, les journaux turcs donnaient chaque jour un certain nombre de coupons découpés imprimés sur le journal pour collecter des encyclopédies et ainsi augmenter leurs ventes.
3-Joueurs légendaires de Beşiktaş Football Club à la fin des années 80, début des années 90.
4-Kemalettin Tuğcu était un écrivain turc qui était célèbre avec ses histoires très mélodramatiques qui ont touché de nombreux jeunes lecteurs dans les années 70 et 80. Nous pouvons dire que les enfants de ces années ont appris à pleurer par ses livres.
5-Geyikli Baba est le surnom d'un derviche nommé Babasultan qui a vécu dans le village de Babasultan de la ville de Bursa pendant l'ère d'Orhan Gazhi qui était le deuxième sultan de l'empire ottoman. Les rumeurs disent qu'il a combattu avec une énorme épée sur un cerf pendant la création de Bursa. Parce qu'il était très sociable et il parlait bien, les soldats du poste militaire l'appelaient «Père».




    -------------------------------------------------------------------------------------------

SPANISH

(Τhanks to Engin Akyurek Universal Fans Club for translation) 



La Anciana De Engin Akyurek [Traducido por Engin Akyurek Universal Fan Club]
Valor, se ha perdido desde que se inventaron las armas (1). Las Enciclopedias han desaparecido como cupones volando cuando Google fue fundado. Nuestros motores de búsqueda (es decir las enciclopedias) que obtuvimos por 180 cupones (2) empezaron a ponerse amarillos dentro de las cajas de cartón. Nuestras decorativas fuentes de información (es decir, las enciclopedias) dejaron nuestras salas de estar (o living) y nos abandonaron. La información que teníamos en nuestros teléfonos comenzó a apestar como Maltepe Dump (#) en nuestras manos. Es decir, el sable curvo (o una cimitarra) en su funda se oxida.
Un auto había pasado por nosotros, levantando nubes de polvo. Hakan, diciendo el caro precio de etiqueta del auto con su rostro siempre sonriente, había dicho "Mira el auto; es un auto diesel. "Fue agradable no tener nada de que hablar, mientras iba a la escuela. El camino estaba polvoriento, los zapatos eran los comprados en las celebraciones del Bayram. Hablando de autos, mientras caminábamos se habían asfaltado nuestras calles polvorientas. Si quieres que describa las calles que caminamos, habían muchos vacíos entre algunos edificios. Un lote vacío significaba una pelota, un juego. Hakan y yo nos habíamos mirado el uno al otro. Nuestras miradas eran como las miradas de dos personas que querían patear una pelota. Él ya había cruzado el balón con sus miradas y, al mismo tiempo, arrojando su mochila a un lado, había corrido hacia el lote como si me hubiera estado esperando para marcar un gol. Metin, Ali, Feyyaz (3) significan marcar un gol. Yo había corrido al lote justo después de él para jugar fútbol. Girando la corbata, la que parecía una cabeza de alfiler de costura, en una banda de capitán atándola alrededor de mi bíceps, le había pasado la pelota a Hakan. Nuestros cuellos y axilas sudorosas habían creado una tensión adolescente. En nuestra segunda hora, nuestro profesor de geografía podría decir la geografía de los países al ver nuestras caras. Hakan podría convertirse en desiertos africanos con su rostro sudoroso, y yo podría ser las partes más rojizas del atlas mundial. No teníamos idea con quién estábamos jugando fútbol; todo el mundo estaba entusiasmado por lanzar la pelota de plástico que se les pasaba. Era como si no estuviéramos jugando fútbol, si no lanzando una jabalina. Estábamos felices y tuvimos el alivio físico de no asistir a la primera hora. Y este modo fácil no estaba relacionado con nuestra primera hora que era la clase de física. El campo de tierra fue equivalente al placer de abandonar la escuela. Y otra verdad fue que pasarnos la pelota entre nosotros podría llegar a ser tan oficial como un certificado de residencia, ya que éramos del mismo barrio. Patadas en mis pantalones eran el sello de los niños de otros barrios. Había rodado a la base de la muralla, sudé balas después de todo a los que corren y patean. Era como si estuviera haciendo un rosario con las gotas que caían desde mi nariz a la boca usando la lengua. Tenía tanta sed que no me había dado cuenta de la anciana que se acercó a mí. Cuando una persona tiene sed, la vida se pone en silencio también.
"Hijo ...", dijo. Cuando levanté la cabeza, vi a una persona con dos ojos compasivos y un cuerpo viejo mirándome.
"Sí, señora", le dije.
"Hijo, por favor, no creas que soy un mendigo."
Ella me dijo que no era un mendigo, era en realidad una especie de paloma mensajera (como una señal) de que ella querría algo. El marido de la anciana había fallecido el año pasado y su inútil hijo había gastado toda su pensión. Ella había terminado en el hospicio e incluso necesitaba la ayuda de un pequeño niño como yo sudando balas. Las cosas que la anciana me dijo habían creado tsunamis en mi lengua sedienta. Me puse triste, lo que demuestra que uno puede ponerse triste cuando uno está sediento. La anciana quería dinero para su medicina. Yo era un estudiante y mi dinero para el almuerzo ni siquiera podía crear un efecto placebo, mucho menos darle su medicina. Había gritado "Hakan!" Cuando Hakan levantó la cabeza y nos vió, había comprendido la situación y llegó a mi lado de inmediato. La anciana también le había dicho a Hakan su historia, buscando fuerza en mí, sin cansarse o sentir vergüenza. Como si nuestras caras sudadas no fueran suficientes, nuestros ojos se habían puesto sudorosos también, por lo que nos dijo. ¿Estábamos demasiado sentimentales o la anciana había creado una escena de "Kemalettin Tugcu (4)" en nuestra mente? Hakan y yo nos habíamos mirado a los ojos de nuevo. Esta vez, yo le lancé una mirada. Teníamos que ayudar a la anciana; al menos, debíamos comprar su medicina. Ya había olvidado mi sed. Mi sudor enfrió mi cuerpo y creó un clima más frío. Hakan y yo nos lanzábamos miradas de manera de encontrar lo que podríamos hacer, pero no pudimos anotar en esta simple meta post juego de fútbol que jugamos con nuestros ojos. Hakan, tomando mi brazo, dijo " Tú, ve a buscar tu chanchito (alcancía), yo voy a traer el dinero que mi hermano oculta."Supongo, que lo que dijo había creado un efecto "Robin Hood", dije "Ok." Había un problema, sin embargo. La primera hora era una clase de física y mi madre había guardado mi chanchito en el living, que era la parte más central de la casa. La cara sonriente de Hakan, con una seriedad que no se esperaba de él, como si ya hubiera resuelto el problema, dijo "Les diremos a nuestros padres que olvidamos nuestras tareas. De este modo, puedes obtener tu chanchito, y yo puedo conseguir el dinero oculto de mi hermano. ¿Por qué no pude pensar en un plan tan simple? Una arrogancia celosa como consecuencia de no ser capaz de resolver cosas simples había visitado mi cuerpo durante un par de segundos.
"Señora, espere aquí, regresaremos", Le dije. La anciana, dejando su cuerpo viejo sentado en una roca, nos miró, con una mirada con la que podría esperar para siempre.
La última mirada de la anciana había engrasado nuestros talones y corrimos a nuestras casas.Traje mi chanchito y Hakan había robado el dinero de su hermano. Podría no ser bueno para nosotros en el futuro, también, robar el dinero de nuestros hijos? Mientras volvíamos, Hakan había tenido una nueva idea. Nuestra vecina la hermana Nesrin era una enfermera que trabajaba en la clínica de la comunidad en la calle siguiente. Podríamos llevar a la anciana a la clínica y haberla tratado. Este fue el día de Hakan, pero yo había tenido la idea de cambiar las monedas por billetes y ponerlos en un sobre. Habíamos ido a la clínica, tomando a la anciana que nos estaba esperando. La anciana obedeció todo lo que le decíamos, era la voz joven de nuestra conciencia.
Mientras Hakan estaba hablando con la hermana Nesrin, yo había puesto el dinero en el sobre que compramos en una tienda de suministros de oficina y dado el sobre a la anciana. La anciana se había conmovido hasta las lágrimas y roto mi chanchito una vez más. Hakan, sacando la cabeza por la ventana de la clínica, dijo: "Ven, ven!" La clínica parecía una postal de la Segunda Guerra Mundial con bebés llorando y niños infectados con paperas esperando a la cola. La hermana Nesrin nos había dicho que había una larga cola y por lo tanto teníamos que esperar un poco. Ella había olvidado preguntarnos por qué no estábamos en la escuela, también. Al salir de la clínica, no podíamos ver a la anciana en el jardín. Registramos el baño, el pasillo, incluso el lote en el que sudé balas. Pensamos que la anciana estaba avergonzada y que por eso no quiere ser herida. Éramos niños malos. La habíamos avergonzado. Éramos niños desconsiderados que robamos dinero de nuestros hermanos; que eramos ladrones de chanchitos hoy y reales ladrones de banco del futuro.
Quiero dejar mi escritura aquí y decirte algo. Puedo oír que nos llamas idiotas. Sé que esto no es una historia digna de ser contada hoy. ¿Somos más sabios hoy? El sable curvo en su funda se oxida.
Al día siguiente, habíamos contado nuestra historia a nuestros compañeros de clase. No sé si era porque no teníamos mucho que hacer, todo el mundo se había interesado en la historia de la anciana. Hakan y yo parábamos por el lote todos los días con la esperanza de verla allí. Los dos perdimos la anciana. Si pudiéramos encontrarla, teníamos muchos amigos que querían ayudar y que podrían robar a sus padres. Incluso nuestros maestros en la escuela habían querido ayudar. Después de todos estos años, la simplicidad de esta historia y nuestra experiencia de vida fueron la prueba de cómo esa anciana engañó a dos adolescentes. Nuestra experiencia, nuestros sufrimientos, nuestra felicidad habían robado la inocencia de esta historia y nos etiquetó como idiotas. La más sabio que habíamos conseguido, más tonto nos había convertido y nuestra experiencia retiró nuestra conciencia. Cuando íbamos a la escuela, siempre parábamos en el lote. La roca en que la anciana se sentó había sido como el santuario de Geyikli Baba (5). Es cierto que, llamando a nuestros compañeros de clase, organizamos un viaje místico a la roca. Fuimos los serviciales ladrones apuntados durante los recreos. Cada historia necesita un cierto tiempo para terminar. Nos habíamos cruzado con la anciana a la que habíamos buscado en otro barrio después de meses. Gritamos de alegría cuando la vimos. Por fin la habíamos encontrado. Teníamos preguntas para la anciana. ¿Se había comprado su medicina? ¿Qué había pasado con su pensión y su inútil hijo? La anciana que vió nuestra felicidad podría huir si sus pies se lo hubieran permitido. Dijimos "¿Dónde estaba señora?" La anciana nos miró boquiabierto y no pudo decir nada. Hakan, relajando su cara sonriente, contó todo. Y yo le pregunté si tomó su medicina. El significado de la mirada y la sorpresa de la anciana fue una información que era válida hoy en día. Ni siquiera quiero hablar de cómo se veía su cara cuando le dije que el director podría ayudarla. Desde el director a los artesanos del barrio, todo el mundo conocía su historia. Incluso los jóvenes de nuestro barrio tenía un plan para golpear a su hijo inútil. La historia había sido exagerada y cambió de su hijo inútil a un borracho que golpeaba a su madre. La creatividad y el chisme no tenían límites en este tipo de situaciones. La anciana guardaba silencio y no respondía a nuestras preguntas. Pensando que ella estaba avergonzada, respondíamos nuestras propias preguntas. Éramos como los candidatos de aspirante en las elecciones municipales. Íbamos a comprar sillas para la anciana a pesar de que no teníamos una tarjeta de crédito.
La anciana ordenando su pañuelo que cubría por completo su pelo sólo dijo una sola frase:
"Hijo, ¿dónde vives?"
Ah, la anciana!
Notas al pie: 1- "Valor se ha perdido desde que se inventaron las armas / El sable curvo en su funda se oxida." Son versos tomados de la Epopeya de Koroglu (significado literal es el hijo del ciego), que es uno de los famosos cuentos populares turcos que cuenta la historia de un héroe que lucha contra el gobernante injusto. Estos versos dicen que las viejos modos de caballería se perdieron para siempre con la invención de las armas. Puede encontrar la historia de estos versos en http://quatr.us/centralasia/literature/koroglu.htm Y más información acerca de esta Epopeya en http://www.iranicaonline.org/ar…/kroglu-i-literary-tradition
2- Antiguamente, los periódicos turcos utilizaban para distribuir enciclopedias, coleccionando cierto número de cupones recortables impresos en el diario cada día para aumentar sus ventas.
3- Jugadores legendarios del club de fútbol Beşiktaş en los finales de los 80, principios de los 90.
4- Kemalettin Tugcu fue un escritor turco que se hizo famoso con sus historias muy melodramáticas que llegaron a muchos lectores jóvenes de los años 70 y 80 . Podemos decir que los hijos de esos años aprendieron a llorar de sus libros. :)
5- Geyikli Baba (Padre, que tenía un ciervo) es el apodo de un derviche(*) llamado Babasultan que vivió en el pueblo de Babasultan de la ciudad de Bursa durante la era de Orhan Gazhi que era el segundo sultán del Imperio Otomano. Los rumores dicen que él luchó con una enorme espada sobre un ciervo durante el establecimiento de Bursa. Debido a que era muy sociable y bien hablado, los soldados del puesto militar allí lo llaman como "Padre". (*) miembro de una orden religiosa musulmán (específicamente Sufi) que ha hecho votos de pobreza y austeridad. Derviches aparecieron por primera vez en el siglo 12; se caracterizan por su naturaleza o rituales extáticos y eran conocidos de acuerdo con la práctica de su orden, como derviche danzante, girante, o "gritador" (no sé como traducirlo, pero en Karayilan fue asesinado el hombre que gritaba las oraciones por la noche). (#) Maltepe Dump es un lugar donde arrojan la basura urbana. Él dice que tiene toda esta información en sus manos a causa de su smartphone, probablemente y de alguna manera lo considera basura.
[Traducido por Engin Akyurek Universal Fan Club]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας