Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

KafasinaGore : Τεύχος 4 Οκτωβρίου-Νοεμβρίου: "Υπάρχει μυρωδιά αναμνήσεων στον αέρα."

Υπάρχει μυρωδιά αναμνήσεων στον αέρα.- Engin Akyurek 

Όταν ο καιρός άρχισε να ζεσταίνει, ήταν σαν να ψήνεις «ψωμί Τραπεζούντας» (1) στο κεφάλι κάποιου. Τα κεφάλια των ανθρώπων ήταν σαν το φολιδωτό  φτυάρι του φούρνου, οι μασχάλες τους ήταν ιδρωμένες, ήταν παντού βρεγμένοι σαν να ήταν στη σαούνα, και έμοιαζαν με θνητούς που τους είχαν πετάξει έξω από την Κόλαση όταν τους κοίταζες. Λοιπόν... Όταν ο καιρός ήταν πολύ ζεστός και όταν το καλοκαίρι άλλαζε τις παραμέτρους του, οι άνθρωποι με πρωτόγονο τρόπο προσπαθούσαν να εξηγήσουν αυτή την έντονη ζέστη.
Κάποιοι ήταν ευγνώμονες, κάποιοι άλλοι ευλογούσαν αυτούς που είχαν ανακαλύψει τα συστήματα κλιματισμού και κάποιοι άλλοι δεν είχαν καμιά εξήγηση λες και θα χρησιμοποιούσαν για πάντα τον αέρα που ανέπνεαν μέσα από τα μάτια τους και εισέπνεαν από τη μύτη τους. Ο ζεστός καιρός οδηγούσε τους ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση που η όμορφη χώρα μου που περιβάλλεται από νερό από τρεις πλευρές ήταν σαν να είχε μπει σε μια φουσκωτή πισίνα και οι άνθρωποι με τις οικογένειές τους είχαν πάρει τους δρόμους. Τα τρένα και τα αεροπλάνα ήταν γεμάτα από τους συμπολίτες μου με τα ψάθινα καπέλα τους που αναζητούσαν για νερό να βουτήξουν τα πόδια τους. Επιπλέον η γλύκα του μενού με τα «γλυκά του Μπαϊραμιού» (2) των πεντάστερων ξενοδοχείων φούσκωνε το στομάχι σου σαν να είχες φάει κοκκινιστό κρέας. (3)

Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσες να κάνεις για αυτή τη ζέστη. Το να προσπαθείς να νικήσεις τη φύση ήταν ηλιθιότητα χαρακτηριστική των ανθρώπων και ήταν επίσης ανικανότητά τους το όριο των 16 βαθμών που δεν μπορούσαν να υπερβούν χαμηλώνοντας το κλιματιστικό. Τόσο που είχα γίνει σαν ψιλοκομμένο κρέας  (4) στο πιο δροσερό μέρος του σπιτιού και βρέθηκα να πακετάρω τα πράγματά μου. Τα μπράτσα και τα χέρια μου κολλημένα στην καρέκλα, οι πόρτες και τα παράθυρα ορθάνοιχτα, κάλεσα τον άνεμο με το κεφάλι και τα οπίσθιά μου, ώστε να μην έρθει σαν απρόσκλητος επισκέπτης. Το καλύτερο πράγμα που έπρεπε να κάνω με αυτή τη ζέστη ήταν να πάω σε ένα μέρος όπου μπορούσα να βάλω τα πόδια μου στο νερό όπως οι ονειροπόλοι συμπολίτες μου. Προσπάθησα να βρω εισιτήριο χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο στο κινητό μου. Συγκινήθηκα μέχρι δακρύων λόγω των καλά οργανωμένων συμπολιτών μου. Όλοι είχαν ήδη αγοράσει τα εισιτήριά τους  και είχαν πακετάρει ώστε  να είναι ανάμεσα στα άτομα που περίμεναν στις μεγάλες ουρές που προβάλλονταν από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων. Άρχισα να τηλεφωνώ μία προς μία στις εταιρείες λεωφορείων στον σταθμό, καθώς σκέφτηκα ότι θα ήταν πιο λογικό να χρησιμοποιήσω την πιο πρωτόγονη τεχνολογία επικοινωνίας όταν η αναζήτησή μου στο διαδίκτυο δεν αρκούσε πια. Έλπιζα ότι θα μπορούσα να βρω μια θέση στα πίσω καθίσματα πάνω στις ρόδες. Για αυτό συνέχισα να ψάχνω, αγνοώντας τις προσφορές θέσεων του βοηθού του οδηγού και νοιώθοντας περήφανος για τις αδιάκοπες προσπάθειές μου. Τελικά, αφού μου πρότειναν μια εταιρεία λεωφορείων για την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ πριν, πήρα ένα εισιτήριο με θέση στο παράθυρο.

Αρπάζοντας το μαγιό μου, τις σαγιονάρες μου και την οδοντόβουρτσα και πακετάροντας τα πράγματά μου στο άψε σβήσε, ξεκίνησα για τον σταθμό των λεωφορείων. Η απόφασή μου να αναβάλλω αυτόν τον καύσωνα για μερικές μέρες είχε δημιουργήσει τέτοιο παιδιάστικο ενθουσιασμό στα κύτταρά μου που η εκδηλωτική καρδιά μου και το ανόητο στόμα μου, μου ευχήθηκαν «Καλό Μπαϊράμι» εκ των προτέρων. Συνειδητοποίησα πόσο άσχημα ήταν όταν έφτασα στον σταθμό των λεωφορείων. Yπήρχαν οδοφράγματα φτιαγμένα από λεωφορεία και οι άνθρωποι βιάζονταν λες και ήταν στον Μεσαίωνα και έτρεχαν μακριά από πανούκλα. Το λεωφορείο, κορνάροντας, σταμάτησε στην άκρη και άνοιξε τις πόρτες του με τέτοιο τρόπο που μ’ έκανε να κυματίσω χαρούμενα το εισιτήριό μου όπως τα παιδιά στις 23 Απριλίου, την Ημέρα των Παιδιών, λες και ήμασταν εμείς αυτοί που έκαναν το λεωφορείο να περιμένει δύο ώρες. Όλοι ήταν αγχωμένοι και θυμωμένοι. Μικρά παιδιά που κοιμόντoυσαν σε αυτοσχέδια κούνια μεταξύ δύο αποσκευών δεν διακινδύνευαν τον ύπνο τους και την ανθρωπιά τους μόνο και μόνο για να εκνευρίσουν τους πατεράδες τους που διαπληκτίζονταν με τον οδηγό. Είμαι πάντα ήρεμος σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Επειδή αυτοί που μάλωναν και παραπονιόνταν περισσότερο και έλεγαν «Τι καθυστέρηση! Πώς μπορέσατε να μας αφήσετε να περιμένουμε για δύο ώρες;» ήταν στην πραγματικότητα αυτοί που έβγαζαν τα παππούτσια τους και έσπρωχναν τη θέση τους τελείως προς τα πίσω και περίμεναν μία φροϋδική εξήγηση για την τρέχουσα κατάσταση.

Περπάτησα στον διάδρομο αγγίζοντας ελαφρά λες και το λεωφορείο ήταν ο κολλητός μου και έψαξα για τη θέση μου, νούμερο 37. Θέση 29… Θέση 30… Και ακριβώς μετά τη θέση 35 από την οποία πέρασα γρήγορα, είδα τη θέση μου που θα μου ανήκε για τις επόμενες εννέα ώρες.

«Συγνώμη! Αυτή είναι η θέση μου», είπα.

Μετακινήθηκε στη θέση του, νούμερο 36 χωρίς καν να σκεφτεί να πει «Συγνώμη» ή να μου απαντήσει με μια άλλη λέξη  στα τουρκικά. Ήταν σαν να είχε οχυρώσει τη θέση του με τον πισινό του, χωρίς να μετακινεί τα πόδια του και χωρίς να μου κάνει χώρο να περάσω. Σαν να πηδούσα πάνω από ένα ρυάκι με τα μπατζάκια του παντελονιού μου σηκωμένα, πήδηξα από πάνω του και έπεσα στη θέση μου. Υποθέτω ότι αυτό ήταν που θα έλεγε κανείς «Αγάπη για τη θέση». Ο ηλικιωμένος άντρας που καθόταν στη θέση 36 είχε ήδη περάσει τη μέση ηλικία. Ήταν κάπου ανάμεσα σε υπερήλικο και μεσήλικα. Το πρόσωπό του είχε την ωριμότητα και τη στρυφνότητα των γηρατειών του κι εκείνες οι βαθιές και με νόημα ρυτίδες χαρακτηριστικές για τους άντρες αυτών των ηλικιών είχαν επίσης σχηματιστεί στα μάτια του και φαινόταν σαν να είχε αποθηκεύσει όλα όσα είχε ζήσει κάπου μέσα στο βλέμμα του.

Το λεωφορείο κόντευε να γεμίσει και οι φιλονικίες των επιβατών για τις θέσεις έδωσαν τη θέση τους στις απαιτήσεις για νερό. Τα βλέμματα του συνοδού στους ανθρώπους που ζητούσαν λίγο νερό έδιναν κάποια στοιχεία για τον βαθμό φιλοξενίας του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας. Το λεωφορείο ξεκίνησε ανώμαλα αψηφώντας τους κανόνες της φυσικής και πήραμε τον δρόμο. Ο ηλικιωμένος άντρας, τον οποίο προσπαθούσα να μην ακουμπάω με τον αγκώνα μου, κοιτούσε επίμονα σε ένα μόνο σημείο. Το νόημα και η σιωπή στα μάτια του ήταν σαν νανούρισμα για κάτι που προσπαθούσε να αποκοιμίσει μέσα του. Ήθελα να του μιλήσω. Αν έλεγε μόνο κάτι από την εμπειρία της ζωής που απέκτησε με την ηλικία του, αυτό θα ικανοποιούσε την περιέργειά μου.

Του ευχήθηκα καλό ταξίδι και προσπάθησα να αρχίσω κουβέντα μαζί του. Έγνεψε με το κεφάλι του με μια έκφραση που δεν μπορούσα ξεκάθαρα να καταλάβω αν ήταν χαμόγελο ή κάτι άλλο και είπε «κι εσύ επίσης» με έναν τόνο φωνής που έδειχνε ότι δεν ήθελε να μιλήσει. Το πιο σημαντικό πράγμα που οι μητέρες μας δίδαξαν σε εμάς ήταν να σεβόμαστε και να μην ενοχλούμε τους ανθρώπους. Επίσης, μας είπαν να μην μιλάμε σε ξένους και να μην τρώμε ό,τι μας δίνουν. Αν και ο ηλικιωμένος άντρας δεν είχε τίποτα να μου δώσει. Όποτε κάποιος κοίταζε μακριά ή κοιτούσε στο ίδιο σημείο χωρίς ν’ ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα, συνήθιζα να πιστεύω ότι μιλούσε σε κάποιον που κανείς δεν μπορούσε να δει.

Είπα «Μπορείτε να πάρετε τη θέση στο παράθυρο, αν θέλετε», σκεπτόμενος ότι αυτό θα του έδινε λίγο ιδιωτικό χώρο. Κατά τη διάρκεια μεγάλων ταξιδιών, σαν παιδιά που ονειρεύονται κάτω από το πάπλωμα, το να ακουμπάς το κεφάλι σου στο παράθυρο μπορούσε να μετατρέψει το ταξίδι σου σε ένα επικό ταξίδι. Αναρωτήθηκα για τους ήρωες του παραμυθιού του ηλικιωμένου άντρα. Μου είπε ότι δεν ήταν απαραίτητο. Αυτός ο άντρας έγινε το σημείο του ενδιαφέροντός μου παρά τη ζέστη και το εισιτήριο το οποίο δυσκολεύτηκα πολύ να βρω. Η συμπεριφορά του ηλικιωμένου που έμοιαζε σαν να είχε αφήσει αυτόν τον κόσμο πίσω ήταν σαν να  είχε μετατρέψει τη θέση του σε ηρεμία φέρετρου και πήγαινε προς τον παράδεισό του με αυτό το λεωφορείο και μας έσωζε κι εμάς επίσης πηγαίνοντας εκεί. Ο θυμός στο πρόσωπό του και οι αναμνήσεις του σαν ένας κρυμμένος θησαυρός ήταν τόσο παλιά όσο η στέπα που διασχίζαμε. Αφού ο ηλικιωμένος άντρας διέλυσε όλους τους διαύλους επικοινωνίας, ακούμπησα σταθερά το κεφάλι μου στο παράθυρο. Θα μπορούσες να τοποθετήσεις άλλη μια θέση μεταξύ του ηλικιωμένου και του όγκου του σώματός μου. Η ζέστη μέσα είχε ήδη δημιουργήσει ένα μεξικάνικο σύνορο ανάμεσά στον ηλικιωμένο άντρα και σε μένα. Ο συνοδός μας που ήταν πιο θρασύς από τον οδηγό μας τελικά ήρθε αφού πίεσα το κουμπί κλήσης 15 φορές.

«Ουάου! Κάνει πολλή ζέστη εδώ, αδερφέ!» Άγγιξε τους φυσητήρες του κλιματιστικού με τα χέρια του, ανοιγόκλεισε τους διακόπτες, έτρεξε προς τον οδηγό και μετά πίσω σε μένα και τελικά μου είπε «Αδερφέ, το κλιματιστικό σου είναι σπασμένο, γι’ αυτό βγάζει ζεστό αέρα» με έναν τόνο με τον οποίο ήμουν εξοικειωμένος. Στο μεταξύ, ο ηλικιωμένος άντρας συνέχιζε να κοιτάει στο ίδιο σημείο. Οργισμένος, είπα «Καταλαβαίνω» και κάλυψα τον φυσητήρα του κλιματιστικού με μια πλαστική σακούλα. Θαύμασα τη δημιουργικότητά μου στις αυθόρμητες κατάρες που είπα στον εαυτό μου. Υποθέτω ότι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτού του ταξιδιού ήταν η σιωπή του ηλικιωμένου άντρα γι’ αυτή την κατάσταση, ο οποίος δεν το έκανε εθνικό ζήτημα όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Κάποιες φορές ο καλύτερος φίλος στο ταξίδι ήταν αυτός που παρέμενε σιωπηλός και δεν ροχάλιζε όταν κοιμόταν. Αποδέχθηκα την πραγματικότητα και προσπάθησα να κοιμηθώ έχοντας τη σιωπή του γέρου για νανούρισμα. Υποθέτω ότι ο ήχος της πλαστικής σακούλας που κάλυπτε το κλιματιστικό ήταν σε αρμονία με τον ζεστό αέρα που γέμιζε τα πνευμόνια μου, κι έτσι αποκοιμήθηκα. Μπορούσα να νιώσω το σάλιο μου που έβγαινε από το στόμα μου. Ο συγχρονισμός μου ήταν πολύ καλός, όπως ένα παιδί που ρουφάει τη μύξα του ακριβώς πριν κυλήσει στο στόμα του. Το κεφάλι μου χτυπούσε ελαφρά στο παράθυρο και οι εικόνες στο μυαλό μου σχεδίαζαν ένα μεγάλο μέρος για μένα παρόλο που τα μάτια μου μπορούσαν να καταλάβουν πού ήμουν. Σχεδίαζα ένα παιχνίδι στο μυαλό μου. Αλλιώς, δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω με ένα εννιάωρο ταξίδι κάτω από ένα χαλασμένο κλιματιστικό που έβγαζε ζεστό αέρα. Μετέτρεψα το παράθυρο στο οποίο ακουμπούσα το κεφάλι μου σε οθόνη και άρχισα να πηγαίνω προς τα πίσω με το μυαλό μου όπως τα αυτοκίνητα που περνούσαν στο αντίθετο ρεύμα. Μπήκα στο αντίθετο ρεύμα και πέρασα μέσα από αυτοκίνητα και φορτηγά σαν να πήγαινα βιαστικά κάπου. Καθώς επιτάχυνα, τα μπράτσα μου και τα χέρια μου έγιναν βαρύτερα με μια κούραση απρόσμενη για την ηλικία μου. Όταν είδα το πρόσωπό μου να καθρεφτίζεται στο παράθυρο ενός αυτοκινήτου, κατάλαβα ότι είχα γεράσει. Αλλά είχα ευνοήσει τον εαυτό μου γιατί έδειχνα καλά για την ηλικία μου. Επιβράδυνα και συνέχισα να περπατάω. Καθώς ο δρόμος ερήμωσε και η κυκλοφορία μειώθηκε, εξέτασα το πρόσωπό μου κι έλεγξα την εμφάνισή μου, τα χέρια μου και τις ρυτίδες μου. Όταν είδα τη νεαρή εμφάνιση των κατόχων άλλων οχημάτων, τους χαιρέτησα με ένα χαμόγελο κατάλληλο για την ηλικία μου. Καθώς περπατούσα, είδα τους αγαπημένους μου. Υποθέτω, το ότι τους είδα, ακόμη κι αν ήταν μέσα στο όνειρο, με επηρέασε τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να μαζέψω το σάλιο μου πριν στάξει. Ήθελα να χαιρετήσω τους αγαπημένους μου, αλλά όλοι φαίνονταν πολύ νέοι. Προχώρησα προς το κορίτσι στο τέλος του δρόμου που με κοίταζε επίμονα. Χαμογελούσε τόσο όμορφα που η στείρα γη γινόταν αμέσως πράσινη. Εξόπλιζα το όνειρό μου με μια τεχνολογία που θα ζήλευε ακόμη και η τεχνολογία του Χόλιγουντ. Συνδυάζοντας τα γερασμένα μάτια μου και τη νεαρή μου καρδιά, την κοίταξα γαλήνια. Δεν άνοιξα το στόμα μου καθώς φοβόμουν ότι όλα θα διασκορπίζονταν σαν μικρά μπαλόνια αν έλεγα κάτι. Ήξερα ότι έπρεπε να φύγω. Χαμογελούσαμε τόσο όμορφα, σε μια εικόνα που ήταν ασαφής ακόμα και στο όνειρό μου, και σηκώνοντας το χέρι μου στον αέρα ήταν σαν να της έλεγα ότι θα γινόμουν νέος και θα την έβρισκα ξανά, και της χαμογέλασα πάλι. Κάποιος που περπατούσε βιαστικός ανάμεσα στα αυτοκίνητα ακριβώς όπως εγώ,  τράβηξε την προσοχή μου. Καθώς πλησίαζα, ένοιωσα σαν να  έψαχνε για μένα. Τον αναγνώρισα από τα μάτια του. Το σώμα του ηλικιωμένου άντρα είχε γίνει νεότερο και είχε έρθει να αντικρύσει το γερασμένο μου σώμα.

«Πώς είσαι;» δεν ξαφνιάστηκα που τον άκουσα να μιλάει πρώτος. Του είπα «Έλα, ας καθίσουμε στην άλλη πλευρά του δρόμου». Περπατήσαμε αργά. Με πρόσεχε και σεβόταν την ηλικία μου. Αμέσως έχτισα ένα παγκάκι για να καθίσουμε στην άκρη του δρόμου χρησιμοποιώντας τα παλιά υλικά του υποσυνειδήτου μου. Ήθελα να μιλήσω πρώτος αμέσως μόλις καθίσαμε γιατί ένοιωσα ότι υπήρχαν πολλά να πούμε.
«Τι θα ήθελες να ήσουν αν γεννιόσουν ξανά;» ρώτησα. Ήταν κάτι απρόσμενο από μένα. Υψώνοντας το γερασμένο μου σώμα, δεν ξέρω γιατί, περίμενα με περιέργεια την απάντησή του. Ο κάτοχος της θέσης 36 κοίταξε μακριά και είπε «Θέλω να είμαι ξανά ο εαυτός μου για να μπορέσω να δω ξανά τους αγαπημένους μου.» Ακριβώς σαν να τερμάτιζε τις πιο όμορφες προτάσεις, τις πιο λογικές συζητήσεις, τις πιο όμορφες σκηνές σε ταινίες Yesilcam (5) κατευθύνοντας την κάμερα προς τα σύννεφα, ο συνοδός σκηνοθετούσε τη δικιά του ταινία σπρώχνοντας τον ώμο μου με το μπράτσο του που εξείχε από το μπλε κοντομάνικο πουκάμισό του.
«Αδερφέ! Θα ήθελες να φας ένα κεκάκι;»
«Ευχαριστώ αδερφέ.» Ήταν πολύ αποθαρρυντικό να επιστρέψω στην αμυλώδη πραγματική ζωή με ένα κεκάκι ακριβώς την ώρα που έπαιρνα τα πιο σημαντικά πράγματα στις κρυφές γωνιές του ύπνου μου. Καθώς ο συνοδός μου έδινε το κεκάκι, συνέλαβα τα μάτια του ηλικιωμένου άντρα. Χαμογελούσε και με κοίταζε με ένα βλέμμα γεμάτο νεανική φρεσκάδα στα μάτια του. Σπινθηροβόλοι ποταμοί έρρεαν μέσα μου. Ο συνοδός με το μπλε κοντομάνικο πουκάμισο που ποτέ δεν συνάντησα μέσα στο όνειρό μου, έδωσε στον ηλικιωμένο άντρα το τσάι του και μου χαμογέλασε ξεδιάντροπα και είπε: 

«Αδερφέ, επέτρεψέ μου να σου προσφέρω λίγο νερό. Παραμιλούσες συνεχώς. Μάλλον δίψασες πολύ.»

Καθώς το λεωφορείο προχωρούσε, ο ηλικιωμένος άντρας και εγώ φάγαμε τα κεκάκια μας με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μας.
(1) Το ψωμί Τραπεζούντας είναι ένα γευστικό ψωμί με προζύμι ψημένο σε πέτρινο φούρνο με ξύλα. Διατηρείται για μεγάλο διάστημα και δεν μουχλιάζει εύκολα.
(2) Τριήμερη γιορτή μετά το Ραμαζάνι.( Eid ul-Fitr)
(3) Κοκκινιστό κρέας είναι συνήθως τα κοκκινιστά κομμάτια αρνίσιου κρέατος κατά τη διάρκεια της Γιορτής της Θυσίας (Eid Al Adha).
(4) Αρνίσιο κρέας κοκκινιστό ψιλοκομμένο σε κύβους που μαγειρεύεται κατά τη διάρκεια της γιορτής της Θυσίας.  (Eid Al Adha)
(5) Το Yesilcam αναφέρεται στην τουρκική βιομηχανία ταινιών (όπως αντίστοιχα το Bollywood, το Hollywood, κτλ.
  -----------------------------------------------------------------------------------------
(Thanks to EAUFC for English translation)
There is a smell of memories in the air

When the weather started getting hot, it was like baking a “Trabzon bread” (1) on one’s head. People’s heads were like furfuraceous bakery shovel, their armpits had spotted patterns, their bottom were wet like in a sauna, and they were like earthlings kicked out of Hell when looking from above. Well… When the weather was very hot and when the summer changed its settings, people primitively tried to explain this intense heat. Some of them were being grateful, some of them were sending God’s blessing to whomever invented air-conditioning systems, and some of them weren’t even answering as if they would forever use the air that they breathed through their eyes and inhaled through their nose. The hot weather was getting people into such modes that my beautiful country surrounded on three sides by water was as if it was put into an inflatable swimming pool and people with all their families had taken the road. Trains and plains were full of my fellow citizens with their straw hats who were looking for a water to put their feet into. Moreover, 5-star hotel menu sweetness of the "Bayram of Sweets" (2) was causing one’s stomach to bloat as if s/he had eaten braised meat. (3)
There was nothing you could do for that heat. Trying to beat the nature was stupidity specific to humans and it was also 16 centigrade degree helplessness that wouldn’t go beyond turning down the AC. Such that, I had turned into a “Leaf Doner Kebab”(4) at the coolest place of the house and found myself packaging myself. My arms and hands stuck to the chair, the doors and windows wide open, I invited the wind with my head and ass, just not to let it come as an uninvited guest. The best thing to do at this heat was to go to a place where I could put my feet into water like my visionary fellow citizens. I tried to find a ticket by using the internet loaded onto my phone. I was moved to tears because of my well-organized fellow citizens. Everybody had already bought their tickets and packed to be an “extra” among the people waiting in long lines shown on main news programs. I started calling the bus firms at the bus terminal one by one since I thought it was more logical to use the most primitive communication technology when my internet search was not enough anymore. I was hoping that I would get a seat in the back seats over the wheels. Therefore, I kept looking, ignoring their trunk and driver’s assistant (host) seat offers and being proud of my relentless efforts. Finally, after being directed to a bus-firm that I had never heard of before, I got a ticket for a window seat.
Grabbing my swimming-suit, flip-flops, and toothbrush and packing my luggage in a jiffy, I set off for the bus terminal. My decision to postpone this scorching heat for a couple of days had created such a childlike excitement on my cells that my ebullient heart and my silly mouth wished me Happy Bayram in advance. I realized how bad it was when I arrived at the bus terminal; there were barricades made from buses and people were rushing as if they were medieval people running away from a plague. The bus, hissing, slowly pulled over and opened its doors with such an attitude that I happily had to wave my tickets like children at 23 April Children’s Day as if we were the ones who kept the bus waiting for two hours. Everybody was stressed and angry. Little children sleeping on a self-made cradle between two luggage didn’t compromise their sleeps and humanity just to spite their fathers who argued with the driver. I am always calm in such kinds of situations. Because the ones who argued and complained the most and said “What a drag! How could you keep us waiting for two hours?” were actually the ones who would take their shoes off and push their seat back fully and they were expecting a Freudian explanation for the current situation.
I walked through the aisle touching slightly as if the bus was my buddy and looked for my seat number 37. Seat 29… Seat 30… And right after seat 35 which I passed quickly, I saw my seat which would belong to me for the next nine hours.
“Excuse me! That’s my seat,” I said.
He moved over to his seat 36 without even considering to say “Pardon me” or to answer me with another loanword in Turkish. He was like he was fortifying his place with his ass, without moving her legs and without giving me some space to pass. As if jumping over a creek with my trouser-legs rolled up, I jumped over him and fell on my seat. I guess this was what you called a “Seat Love”. The old man sitting on seat 36 was way over being middle aged. He was somewhere in between being very old and middle aged. His face had the maturity and grumpiness of his old age and those deep and meaningful lines specific to men at those ages were formed inside his eyes as well and seemed like he stored everything he lived through somewhere inside his eyes.
The bus was about to become full and passenger’s seat arguments had given place to water demands. The host’s looks to the people who asked for some water gave some hints about the degree of his hospitality during our travel. The bus abnormally took off defying the rules of physics and we took the road. The old man whom I tried keep my elbow off him was staring at only one point. The meaning and silence in his eyes were like a lullaby for something that he tried to put to sleep inside. I wanted to talk to him. If only he said something about his life experience that his age brought, that would satisfy my curiosity.
Wishing him to have a nice trip, I tried to start the conversation. He nodded his head with an expression which I couldn’t quite figure out whether it was a smile or something else and said “you, too” with a voice tone indicating that he didn’t want to talk. The most important thing our mothers taught us was to respect and not to disturb people. They also told us not to talk to strangers or not to eat anything that they gave us. The old man didn’t have anything to give me though. Whenever one looked far away or looked at the same point without blinking, I used to think that that person was talking to someone whom nobody could see.
I said “You can take the window seat, if you’d like”, thinking that this would give him some privacy. During long travels, like children who dreamed under a quilt, leaning your head against the window could turn your travel into an epic journey. I wondered the heroes of the old man’s fairy tale. He told me that it wasn’t necessary. He became my point of interest despite the heat and the ticket which I had a very hard time to find. The old man’s attitude which seemed like he left the world behind was as if he turned his seat into a coffin rest and he was riding to his heaven by this bus and rescuing us as well while going there. The anger on his face and his memories like a hidden treasure were as old as the steppe that we were riding through. Since the old man broke all the communication channels, I firmly leaned my head against the window. You could install another seat between the old man and my mass volume. The heat inside had already created a Mexican border between the old man and me. Our host who was cockier than our driver finally came after I pressed the call button for 15 times.
“Wow! It is so hot here, brother!” He touched the AC’s blowers with his hands, turned on and off the switches, ran between the driver and me, and then finally told me that “Brother, your air conditioner is broken, that’s why it is blowing hot air” in a tone that I was familiar with. Meanwhile, the old man kept looking at the same point. In exasperation, I said “I understand” and covered the AC’s blower with a plastic bag. I admired my creativity for my spontaneous curses that I told to myself. I guess the most interesting part of the journey was the old man’s silence about this situation without turning this into a national matter like most people do. Sometimes the best travel friend was the one who kept quiet and didn’t snore while sleeping. I accepted reality and tried to sleep by taking the old man’s silence as a lullaby. I guess the swishing sound of the plastic bag covering the AC was in harmony with the hot air filling my lungs, so I fell asleep. I could feel the saliva coming from my mouth. My timing was very good, like a child who sniffed his snot back just before it rolled into his mouth. My head was tapping the window and the pictures in my mind were designing a big place for me even though my eyes were able to grasp where I was. I was designing a game in my mind. Otherwise, I wouldn’t be able to put up with a nine-hour journey under a broken AC blowing hot air. I turned the window that I leaned my head against into a screen and I started going back in my mind like the cars passing by on the opposite lane. I went to the opposite lane and passed through cars and trucks as if I was rushing to somewhere. As I sped up, my arms and hands got heavier with tiredness unexpected for my age. When I saw my face reflected on the window of a car, I realized that I got old. But I had showed favor to myself because I looked good for my age. I slowed down and kept walking. As the road became desolate and the traffic volume decreased, I examined my face and checked my looks, hands, and my lines. When I saw the young looks of other vehicles’ owners, I made sure that I greeted them with a smile appropriate for my age. As I walked, I saw the ones my loved ones. I guess, seeing them, even if it was in a dream, affected me so much that I failed to slurp my saliva back before it dripped. I wanted to greet my beloveds but they all seemed very young. I walked towards the girl at the end of the road who was staring at me. She was smiling so beautifully that the barren earth was turning green immediately. I was equipping my dream with a technology that even Hollywood’s technology would envy. Combining my old eyes and my young heart, I looked at her peacefully. I didn’t open my mouth since I was afraid that everything would disperse into small balloons if I said anything. I knew that I had to go. We were smiling so beautifully in a picture that was fuzzy even in my dream that, raising my hand in the air as if I was telling her that I would become young and find her again, I smiled her again. Someone rushing among the cars just like me drew my attention. As I approached, I felt like he was looking for me. I recognized him from his eyes. The old man’s body got younger and came to face my old body.
“How are you?” I wasn’t surprised to hear him talk first. I told him “Come on, let’s sit on the other side of the road.” We walked slowly. He was yielding me and respecting my age. I immediately built a bank to sit on the side of the road by using the oldies of my subconscious. I wanted to talk first as soon as we sat because I felt like there were a lot to talk.
“What would you like to be if you were born again?” I asked. It was something unexpected from me. Erecting my old body, I don’t know why, I curiously waited for his answer. The owner of the seat 36 looked far away and said “I want to be myself again to be able to see my loved ones.” Just like terminating the most beautiful sentences, the most logical conversations, the most beautiful scenes in Yesilcam (5) movies by directing the viewfinder towards clouds, the host was directing his own movie by pushing my shoulder with his arm extruding through his blue short-sleeve shirt.
“Brother! Would you like to eat a muffin?”
“Thanks brother.” It was very unnerving to come back to starchy real life with a muffin just when I got the most meaningful things at the secret corners of my sleep. While the host was giving me the muffin, I caught the old man’s eyes. He was smiling and looking at me with a fresh look from his youth in his eyes. Sparkling rivers were flowing in me. The host with blue short-sleeve shirt whom I never ran into in my dream gave the old man his tea and shamelessly grinned at me and said:
“Brother, let me offer you some water. You kept talking to yourself. Probably, you got very thirsty.”
While the bus cruises, the old man and I ate our muffins with a smile on our face.
----
(1) Trabzon bread is a flavorful sourdough bread baked in a wood-fired stone oven. It has a long shelf life and does not mold easily.
(2) 3-day festival after Ramadan; Eid ul-Fitr
(3) Braised meat is usually braised lamb meat cubes cooked during the Festival of Sacrifice (Eid Al Adha).
(4) A thin-sliced lamb meat that was cooked on a vertical rotisserie.

(5) Yesilcam refers to the Turkish film industry (like Bollywood, Hollywood, etc.)

https://www.facebook.com/EnginAkyurekUniversal/posts/1037323799621480:0

Il ya une odeur des souvenirs dans l'air

Lorsque le temps a commencé à faire chaud, c’ était comme la cuisson d'un “pain Trabzon" (1) sur la tête. La tête des gens était comme  une pelle de boulangerie furfuracée , leurs aisselles étaient moites, ils étaient humides comme dans un sauna, et ils étaient comme des terriens expulsés de l'enfer quand on regarde d'en haut. Eh bien ... Quand le temps était très chaud et quand l'été  a modifié ses paramètres, les gens ont primitivement tenté d'expliquer cette chaleur intense. Certains d'entre eux ont été reconnaissants, certains d'entre eux envoyaient la bénédiction de Dieu à celui qui a inventé les systèmes de climatisation, et certains d'entre eux n’ont même pas répondu comme s’ils utilisaient pour toujours  l'air qu'ils respiraient à travers leurs yeux et inhalaient par le nez . Le temps chaud amenait les gens dans de tels modes que mon beau pays entouré de trois côtés par l'eau était comme s’il a été mis dans une piscine gonflable et les gens avec toutes leurs familles avaient pris la route. Les trains et les avions étaient pleins de mes concitoyens avec leurs chapeaux de paille qui ont été à la recherche d'une eau à mettre leurs pieds dedans. En outre,  la douceur du  menu d' un hôtel 5 étoiles avec  "les gateaux de Bayram " (2) a été à l'origine du gonflement du ventre comme si on avait mangé de la viande braisée. (3)
Il n'y avait rien que tu pourrais faire pour la chaleur. En essayant de battre la nature c’était une stupidité spécifique à l'homme et c’ était aussi leur impuissance le seuil de 16 degrés qui ne peut pas être surmonté par l'abaissement du climatiseur. C’était si chaud que, je m' étais transformé en une "Feuille Doner Kebab" (4) à l'endroit le plus frais de la maison et je me suis trouvé  à emballer mes bagages. Mes bras et mes mains collées sur la chaise, les portes et les fenêtres ouvertes, j’ai invité le vent avec ma tête et mon cul, juste pour ne pas le  laisser venir comme un invité surprise. La meilleure chose à faire pour cette chaleur était d'aller à un endroit où je pourrais mettre mes pieds dans l'eau, comme mes concitoyens. J’ai essayé de trouver un billet en utilisant l'Internet chargé sur mon téléphone. Je suis ému aux larmes à cause de mes concitoyens bien organisés. Tout le monde avait déjà acheté leurs billets et avait emballé pour être un "extra" parmi les personnes qui attendaient dans les longues queues indiquées sur les journaux télévisés. J’ai commencé à appeler les entreprises de bus au terminal de bus une par une, car je pensais qu'il était plus logique d'utiliser la technologie de communication la plus primitive quand ma recherche sur Internet n’était plus suffisante. J’ espérais que j’obtiendrais un siège dans les sièges arrières sur les roues. Par conséquent, je continuais à chercher, ignorant leur tronc et les offres des sièges de l’assistant (hôte) du conducteur et à être fier de mes efforts inlassables. Enfin, après avoir été dirigé vers une entreprise de bus dont je n'avais jamais entendu parler avant, j’ai pris un billet pour un siège - fenêtre.
Saisissant mon maillot de bain, des tongs, et une  brosse à dents et emballant mes bagages dans un instant, je suis parti pour le terminal de bus. Ma décision de reporter cette chaleur torride pour un couple de jours avait créé une telle excitation enfantine sur mes cellules que mon cœur bouillant et ma bouche idiote m'ont souhaité Joyeux Bayram à l'avance. Je me suis rendu compte  à quel point c’ était mal  quand je suis arrivé au terminal de bus; il y avait des barricades faites des bus et les gens se précipitaient comme s’ils étaient des gens médiévaux fuyant la peste. Le bus, klaxonnant,s’est arrêté  lentement et a ouvert ses portes avec une telle attitude que je devais agiter mes billets avec joie comme les enfants lors de la Journée de l'Enfance le 23 avril comme si nous étions nous ceux qui ont fait le bus attendre deux heures. Tout le monde  était stressé  et fâché. De petits enfants dormaient sur un berceau self-made entre deux bagages et ils ne compromettaient pas leur  sommeil et leur humanité juste pour contrarier leurs pères qui se disputaient avec le chauffeur. Je suis toujours calme dans ce genre des situations. Parce que ceux qui se disputaient et se plaignaient le plus et disaient: « Quelle traînée! Comment pourriez-vous nous faire attendre pendant deux heures? "étaient en fait ceux qui enlevaient leurs chaussures et poussaient  pleinement leur siège en arrière et qu'ils attendaient une explication freudienne de la situation actuelle.
Je marchais dans le couloir en touchant doucement comme si le bus était mon copain et je cherchais pour le numéro de mon siège le 37. Siège 29 ... Siège 30 ... Et juste après le siège 35 par lequel je suis  passé rapidement, j’ai vu mon siège qui m’appartenait  pour les  prochaines  neuf heures.
"Excusez moi! C’est mon siège " j'ai dit.
Il s’est dirigé vers son siège 36 sans même penser à dire «Pardonnez-moi» ou de me répondre avec un autre mot en turc. C’était comme il  avait fortifié sa place avec son cul, sans bouger ses jambes et sans me donner un peu d'espace pour passer. Comme si je sautais par-dessus d’un ruisseau avec mes pantalons retroussés, j’ai sauté sur lui et je me suis assis sur mon siège. Je suppose que cela était ce qu’on appelle un «Amour du Siège ". Le vieil homme assis sur le siège 36 était beaucoup plus qu’un homme d'âge moyen. Il était quelque part entre être très vieux et être homme d'âge moyen. Son visage avait la maturité et la mauvaise humeur de sa vieillesse et les rides profondes et significatives spécifiques aux hommes à ces âges ont été formées à l'intérieur de ses yeux aussi bien et il semblait qu'il avait stocké tout ce qu'il a vécu quelque part dans ses yeux.
Le bus était sur le point d'être plein et les arguments des passagers pour les  sièges avaient donné lieu à des demandes d'eau. Les regards de l'hôte à des gens qui demandaient de l'eau ont donné quelques indications sur le degré de son hospitalité pendant notre voyage. Le bus a anormalement décollé en défiant les règles de la physique et nous avons pris la route. Le vieil homme par qui  j’ai essayé  de garder mon coude  hors lui ,fixait son regard à un seul point. Le sens et le silence dans ses yeux étaient comme une berceuse pour quelque chose qu'il a essayé de mettre à dormir à l'intérieur. Je voulais lui parler. Si seulement il disait quelque chose à propos de son expérience de vie que son âge lui  avait apporté, ça pourrait satisfaire ma curiosité.
En lui souhaitant d'avoir un bon voyage, j’ai essayé de commencer la conversation. Il hocha la tête avec une expression que je ne pouvais pas tout à fait comprendre si c’était un sourire ou quelque chose d'autre et il  a dit «vous aussi» avec un ton de voix indiquant qu'il ne voulait pas parler. La chose la plus importante que nos mères nous ont appris était de respecter et de ne pas déranger les gens. Ils nous ont aussi dit de ne pas parler aux étrangers et de ne pas manger tout ce qu'ils nous ont donné. Pourtant, le vieil homme n'avait rien à me donner. Chaque fois que quelqu’un regardait loin ou regardait  au même point sans cligner les yeux, je m’habituais  à penser que cette personne parlait à quelqu'un que personne ne pouvait voir.
Je lui ai dit "Vous pouvez prendre le siège à côté de la fenêtre, si vous souhaitez", pensant que ça lui donnerait un peu d'intimité. Pendant les longs voyages, comme les enfants qui rêvaient sous une couette, penchant la tête contre la fenêtre pourrait transformer ton voyage en un voyage épique. Je me demandais pour les héros des contes de fée du vieil homme. Il m'a dit que ce n’ était pas nécessaire. Il est devenu mon point d'intérêt malgré la chaleur et le billet que j’ai eu du mal à trouver. L'attitude du vieil homme qui semblait comme s’ il avait laissé le monde derrière était comme s’ il avait tourné son siège dans un cercueil et il se dirigeait  vers  son paradis  par ce bus et il nous sauvait  nous tous aussi  en y allant. La colère sur son visage et ses souvenirs qui étaient comme un trésor caché étaient aussi vieux que la steppe que nous traversions. Depuis que le vieil homme avait caché  tous les canaux de communication, je me penchais fermement ma tête contre la fenêtre. Vous pourriez installer un autre siège entre le vieil homme et moi. La chaleur à l'intérieur avait déjà créé une frontière mexicaine entre le vieil homme et moi. Notre hôte qui était plus arrogant que notre chauffeur est finalement venu après que j’ai appuyé sur le bouton d'appel pour 15 fois.
"Ouah! Il fait si chaud ici, mon frère! "Il a touché les ventilateurs de la climatisation avec ses mains, il a allumé et il a éteint les commutateurs, il a couru entre le chauffeur et moi, et puis il m'a finalement dit « Frère, ton climatiseur est cassé, voilà pourquoi il soufflé  de l’'air chaud " à un ton que je connaissais. Pendant ce temps, le vieil homme a continué à regarder au même point. Exaspéré, je lui ai dit «Je comprends» et j’ai couvert le ventilateur du climatiseur  avec un sac en plastique. J’ admirais ma créativité pour mes malédictions spontanées que je me disais. Je pense que la partie la plus intéressante du voyage était le silence du vieil homme sur cette situation sans transformer cela en une question nationale comme la plupart des gens le font. Parfois, le meilleur ami du voyage était celui qui gardait  son silence et ne ronflait pas  pendant son sommeil. J’ai accepté la réalité et j’ai essayé de dormir en prenant le silence du vieil  homme comme une berceuse. Je suppose que le bruissement du sac de plastique recouvrant le  climatiseur était en harmonie avec l'air chaud remplissant mes poumons, donc je me suis endormi. Je pouvais sentir la salive provenant de ma bouche. Mon timing était très bon, comme un enfant qui a reniflé sa  morve juste avant qu’elle  roule dans sa bouche. Ma tête tapait la fenêtre et les images dans mon esprit dessinaient un grand endroit pour moi, même si mes yeux pouvaient comprendre où je me trouvais. Je dessinais un  jeu dans mon esprit. Sinon, je ne serais pas en mesure de me débrouiller  avec un voyage de neuf heures sous un climatiseur cassé soufflant de l’air chaud. J’ai transformé la fenêtre sur laquelle je me penchais la tête en un écran et j’ai commencé à retourner dans mon esprit comme les voitures qui passaient sur la voie opposée. Je suis allé à la voie opposée et je suis passé à travers les voitures et les camions comme si je me précipitais à quelque part. Comme j'ai accéléré, mes bras et mes mains étaient plus lourds avec une fatigue inattendue pour mon âge. Quand j’ai vu  mon visage reflété sur la fenêtre d'une voiture, je me suis rendu compte que j’étais vieux. Mais je m’étais montré une  faveur parce que j’avais l’air bon pour mon âge. J’ai ralenti et j’ai continué à marcher. Comme la route est devenue désertée et le volume du trafic a diminué, j’ai observé mon visage et j’ai vérifié mon allure , mes mains et mes rides. Quand j’ai vu les jeunes regards des propriétaires des autres véhicules, je me suis assuré que je les ai salués  avec un sourire approprié pour mon âge. Comme je marchais, j’ai vu mes bien-aimés. Je suppose que, les voyant, même si c’était dans un rêve, m'a tellement touché que j’ai échoué d’avaler ma salive avant qu'elle coule. Je voulais saluer mes bien-aimés, mais ils semblaient tous très jeunes. Je marchais vers la jeune fille à la fin de la route qui me regardait fixement. Elle souriait si merveilleusement  que la terre stérile se tournait immédiatement verte. J’ équipais mon rêve avec une telle technologie que même la technologie de Hollywood envierait. Combinant mes vieux yeux et mon cœur jeune, je la regardais paisiblement. Je n'ai pas ouvert la bouche depuis que j’ai eu peur que tout allait se disperser dans de petits ballons si je disais quelque chose. Je savais que je devais partir. Nous nous souriions si joliment dans une image qui était floue, même dans mon rêve,et  levant ma main dans l'air comme si je lui disais que je deviendrais jeune et je  la retrouverais, je lui ai souri à nouveau. Quelqu'un qui se précipitait entre les voitures comme moi a attiré mon attention. Comme j'ai approché, je me suis senti comme s’il était à la recherche pour moi. Je l'ai reconnu par ses yeux. Le corps du vieil homme est devenu plus jeune et il est venu faire face à mon vieux corps.
"Comment allez-vous?» Je n’étais  pas surpris de l'entendre parler en premier. Je lui ai dit «Allons, asseyons-nous de l'autre côté de la route." Nous marchions lentement. Il me cèdait et il respectait mon âge. Je me suis immédiatement construit un banc pour s'asseoir sur le côté de la route en utilisant les souvenirs de mon subconscient. Je voulais parler premier dès que nous nous sommes assis, parce que je me sentais comme il y avait beaucoup à dire.
"Que voudriez-vous être si vous êtes né de nouveau?" Je lui ai demandé. C’ était quelque chose d'inattendu de moi. Dressant mon vieux corps, je ne sais pas pourquoi, j’ai curieusement attendu sa réponse. Le propriétaire du siège 36 a regardé au loin et il a dit: «Je veux être moi-même à nouveau pour pouvoir voir mes bien-aimés." Tout comme en terminant les plus belles phrases, les conversations les plus logiques, les plus belles scènes dans les films Yesilcam (5) en dirigeant le viseur de la caméra vers les nuages, l'hôte mettait en scène son propre film en appuyant sur mon épaule avec son bras qui sortait à travers sa chemise bleue à manches courtes.
«Frère! Aimeriez-vous manger un muffin? "
"Merci frère." C’était très énervant de revenir à la vie réelle féculente avec un muffin juste quand je suis arrivé aux choses les plus importantes dans les coins secrets de mon sommeil. Alors que l'hôte me donnait le muffin, j’ai vu les yeux du vieil homme. Il souriait et il me regardait d’un regard frais à partir de sa jeunesse à ses yeux. Des rivières scintillantes coulaient en moi. L'hôte avec la chemise bleue à manches courtes que je n’ai rencontré jamais dans mon rêve, il a donné au vieil homme son thé et impudemment, il m’a souri et il a dit:
"Frère, laisse-moi de t’ offrir un peu d'eau. Tu continuais  à parler à toi-même. Probablement, tu as eu  très soif. "
Comme le bus continuait le voyage, le vieil homme et moi , nous mangions  nos muffins avec un sourire à notre visage.
----
(1) Trabzon pain, c’ est un pain au levain savoureux cuit,dans un four en pierre au bois. Il a une longue durée de vie et ne moule pas facilement.
(2) Festival de 3 jours après le Ramadan; Eid ul-Fitr
(3) La viande braisée est généralement braisée de viande d’agneau en cubes cuit au cours de la Fête du Sacrifice (Eid Al Adha).
(4) Une viande d'agneau en tranches minces qui a été cuit sur une rôtissoire verticale.
(5) Yesilcam se réfère à l'industrie du film turc (comme Bollywood, Hollywood, etc.)

SPANISH
HAY EN EL AIRE UN OLOR DE LOS RECUERDOS
[Translated by Engin Akyurek Universal Fans Club]
En español

Cuando el tiempo comenzó a ponerse caliente, era como hornear un "pan de Trabzón",(pan de masa fermentada sabroso, cocido en horno de piedra a leña. Tiene una vida útil larga y no se moldea facilmente.)en la cabeza.
Las cabezas de la gente eran como palas de panadería furfuraceas(furfuracea, desprendimiento de la epidermis en grandes escamas), en sus axilas se veían las muestras de sus manchas, sus partes inferiores estaban mojadas como en un sauna, y mirando desde arriba eran como terrícolas expulsados del infierno.
Bueno cuando el clima estaba muy caliente y el verano cambió sus valores, la gente primero intentó explicar este intenso calor. Algunos agradecían, otros estaban enviando bendiciones de Dios a quienes inventaron el sistema de aire acondicionado, y algunos de ellos ni siquiera estaban respondiendo como si fueran a utilizar siempre el aires que respiran a través de sus ojos y lo inhalan por la nariz. El clima caliente estaba poniendo de tal modo a la gente, que mi hermoso país rodeado de agua por tres lados, puso a toda la gente y sus familias en una piscina inflable, todos por el mismo camino. Los trenes y las llanuras estaban llenos de mis conciudadanos con sus sombreros de paja, buscando agua para poner sus pies. Por otra parte, el menú del hotel de 5 estrellas, dulzura del "Bayram de Dulces" (Festival de 3 días despues del Ramadan; Eid ul-Fite), estaba causando que se hinche el estómago como si hubiera comido carne estofada(Suele hacerse en cubos de carne de cordero cocinada durante la fiesta del sacrificio (Eid-Al-Adha).
No había nada que se pudiera hacer por aquel calor. Tratar de vencer a la naturaleza es la específica estupidez de los seres humanos y también eran 16 centígrados de impotencia en que no bajaría más allá el aire acondicionado. Dicho esto me había convertido en una "Hoja de Doner kebab" (carne de cordero en rodajas finas que se cocinó en asador vertical), en el lugar más fresco de la casa yo mismo me encontré envasado. Mis brazos y las manos pegadas a la silla, puertas y ventanas abiertas, invité al viento con la cabeza y el culo, simplemente no dejar que venga como un huesped no invitado. Lo mejor que podía hacer con este calor era ir a algún lugar donde poder poner los pies en el agua, como mis visionarios conciudadanos. Traté de encontrar un pasaje por internet cargado en mi teléfono. Me conmoví hasta las lágrimas por causa de mis conciudadanos bien organizados. Todo el mundo ya había comprado sus boletos, y embalado para ser un "extra" entre las personas que esperan en largas filas que muestran los principales noticieros. Empecé a llamar a las empresas de autobuses en la terminal, una por una, ya que pensé que era más lógico la más primitiva tecnología de comunicación cuando mi búsqueda por internet no fue suficiente. Tenía la esperanza de obtener un asiento atrás sobre las ruedas. Por lo tanto me quedé mirando el portaequipajes y las ofertas del asistente (anfitrión)(ayudante) del conductor, ofertas de seguridad y estar orgulloso de mis esfuerzos incesantes. Por último, después de haber sido dirigido a un autobús de una empresa de la que nunca había oido hablar, me dieron un boleto para un asiento del lado de la ventanilla.
Agarré un traje de baño, chanclas(ojotas), cepillo de dientes y embalé un equipaje en un santiamén, me fui a la terminal de autobuses. Mi decisión de posponer durante un par de días con este calos abrasador había creado en mis células un entusiasmo infantil, que mi corazón exuberante y mi boca tonta me deseó feliz Bayram con antelación. Me dí cuenta de lo malo que era cuando llegué a la terminal; hubo barricadas hechas de autobuses y la muchedumbre fueron corriendo como gente medieval huyendo de una plaga. El autobús, silbando, salió lentamente y abrió sus puertas con una actitud tal que felizmente tuve que agitar mis boletos como los niños en su día 23 de Abril, como si fueramos los únicos a la espera del autobús por dos horas. Todo el mundo estaba estresado y enojado. Los niños pequeños durmiendo en cunas hechas entre dos maletas no comprometiendo su sueño y la humanidad simplemente a pesar de sus padres que discutían con el conductor. Siempre estoy tranquilo en ese tipo de situaciones. Porque los que discutían y el que más se quejó dijo: "¡Qué lata! ¿Cómo has podido hacernos esperar dos horas?" Eran en realidad los que tomarían sus zapatos y empujarían su trasero totalmente en su asiento y esperaban una explicación freudiana de la situación actual.
Caminé por el pasillo tocando ligeramente como si el autobús fuera un amigo y busqué mi número de asiento 37. Asiento 29...Asiento 30...y justo después de asiento 35 que pasé rapidamente ví el asiento que me pertenece para las próximas 9 horas.
"¡Discúlpeme! Ese es mi asiento", le dije.
Se acercó a su asiento sin considerar siquiera decir "Perdóneme" o que me responda con otra palabra prestada en turco. Era como si estuviera fortificando su lugar con su culo, sin mover las piernas y sin darme un poco de espacio para pasar. Como si saltara un arroyo con mis pantalones enrrollados a mis piernas, salté sobre él y caí sobre mi asiento. Creo que esto es lo que llamo "Sofá de dos plazas". El anciano sentado en el asiento 36 estaba muy por encima de la mediana edad. Su rostro tenía la madurez y el mal humor de su vejez y esas específicas líneas significativas para los hombres en esas edades que se forman en el interior de sus ojos, así parecía que almacenaba todo lo que vivió en algún lugar dentro de sus ojos. El autobús estaba a punto de completarse y las disputas por los asientos de los pasajeros habían dado lugar a la demanda de agua. Miradas del ayudante(hort) a las personas que le pidieron un poco de agua dieron la pista sobre el grado de hospitalidad durante nuestro viaje. El autobús de forma anormal salió desafiando las reglas de la física y tomamos la carretera. El anciano a quien intenté mantener mi codo frente al de él, estaba mirando a un solo punto. La intención en sus ojos y el silencio eran como una canción de cuna para algo que trató de poner a dormir dentro suyo. Yo quería hablar con él. Si sólo dijera algo acerca de su experiencia de vida que su edad le trajo, que pudiera satisfacer mi curiosidad.
Deseándole que tenga un buen viaje, traté de iniciar una conversación. Él asintió con la cabeza con una expresión que no pude averiguar se si trataba de una sonrisa o alguna otra cosa y dijo " tu también" con un tono de voz que indica que no quería hablar. Lo más importante que nos enseñaron nuestras madres fue a respetar y no molestar a la gente. También nos dijeron que no habláramos con extraños o no comer nada de lo que nos dieran. Sin embargo el anciano no tenía nada para darme. Cada vez que uno miraba lejos o veía el mismo punto sin pestañear, yo solía pensar que esa persona estaba hablando con alguien a quien nadie podía ver.
Le dije:"Usted puede tomar el asiento de la ventana si lo desea", pensando que esto le daría un poco de intimidad. Durante los viajes largos, como los niños que soñaban bajo un edredón, la cabeza apoyada contra la ventanilla podían convertir su viaje en un viaje épico. Me preguntaba por los héroes de los cuentos de hadas del anciano. Me dijo que no era necesario. Se convirtió en mi punto de interés a pesar del calor y el momento muy difícil que tuve para encontrar pasaje. La actitud del anciano, que parecía dejar atrás este mundo era como si giró su asiento en un descansado ataúd y en el que viajaba con su cielo por este autobús y nos reacataba también mientras iba allí. La ira en su rostro y sus recuerdos como un tesoro escondido fueran tan antiguos como la estepa que estamos atravesando. Desde que el anciano rompió todos los cnales de comunicación, creo firmemente que apoyé mi cabeza contra la ventanilla. Usted podría instalar otro asiento entre el anciano y el volumen de mi masa. El calor en el interior ya había creado una frontera con México entre el viejo y yo. Nuestro anfitrión que era arrogante, conductor de nuestra unidad, finalmente se produjo después de presionar el botón de llamado durante 15 veces.
"¡Guau!"¡Está tan caliente aquí, hermano! Tocó los sopladores del aire acondicionado con las manos, encendió y apagó los interruptores, corrió entre el conductor y yo, y finalmente me dijo "Hermano, su aire acondicionado está roto, por eso sopla aire caliente", en un tono que me era familiar. Mientras tanto el anciano seguía mirando al mismo punto. Exasperado, le dije: "Entiendo" y cubrí el ventilador de la calefacción con una bolsa de plástico. Yo admiraba mi creatividad para mis maldiciones espontáneas que me dije a mi mismo. Creo que la parte más interesante de la jornada fue el silencio del anciano, acerca de esta situación sin convertir esto es una cuestión nacional como la mayoría de la gente hace. A veces, el mejor amigo de los viajes fue el que mantuvo el silencio y no ronca mientras duerme. Acepté la realidad y traté de dormir, tomando el silencio del anciano como una canción de cuna. Supongo que el sonido silbante de la bolsa de plástico que cubría el aire acondicionado, estaba en armonía con el aire caliente que llenaba mis pulmones, así que me quedé dormido. Podía sentir la saliba salir de mi boca. Mi sincronización era muy buena, como un niño que olió sus mocos de vuelta justo antes de que rueden por su boca. Mi cabeza estaba golpeando la ventanilla y las imágenes en mi mente estaban diseñando un gran lugar para mí, a pesar de que mis ojos eran capaces de comprender donde estaba. Yo estaba diseñando un juego en mi mente. De lo contrario, no sería capaz de soportar un viaje de 9 horas bajo un aire acondicionado roto que sopla aire caliente. Giré mi cabeza de la ventana y me apoyé contra una pantalla y empecé a dejar ir de nuevo mi mente como los coches que pasan por el carril contrario. Fui a ese carril y pasé a través de los coches y camiones como si estuviera corriendo a alguna parte. Como yo aceleré, los brazos y las manos se pusieron más pesados con el cansancio inesperado para mi edad. Cuando ví mi cara reflejada en la ventana de un coche, me dí cuenta de que tengo edad. Pero me había mostrado a favor de mi mismo porque me veia bien para mi edad. Reduje la velocidad y seguí caminando. A medida que el camino se desolaba y el volumen del tráfico disminuía, examiné mi cara y revisé mis miradas, manos y líneas. Cuando ví las miradas jóvenes de otros propietarios de vehículos, me aseguré de saludarlos con una sonrisa apropiada para mi edad. Mientras caminaba vi a mis seres queridos. Supongo que, al verlos, aunque fuera en mi sueño, me afectó tanto que no pude sorber mi saliba de vuelta antes que goteara. Quería saludar a mi amada, pero todas parecían muy jóvenes. Caminé hacia la chica al final de la carretera que me estaba mirando. Ella sonreía tan bellamente que la tierra yerma se estaba volviendo verde inmediatamente. Yo estaba equipando mi sueño con una tecnología, que incluso la tecnología de Hollywood envidiaría. Combinando mis viejos ojos y mi joven corazón miré pacificamente. Yo no abrí la boca, porque tenía miedo de que todo iba a dispersarse en pequeños globos si decía algo. Yo sabía que tenía que ir.Estábamos sonriendo tan bellamente en una imagen que era difusa, incluso en mi sueño, que levantando la mano en el aire como si le dijera que iba a convertirme en joven y encontrarla de nuevo, yo le sonreí de nuevo. Alguien corriendo entre los coches como yo me llamó la atención. Al acercarme, sentí como si me estaba buscando. Lo reconocí por sus ojos. El cuerpo del anciano estaba más joven y venía a enfrentarse a mi viejo cuerpo.
"¿Cómo estás?" No me sorprendió oirle hablar primero. Le dije: "Vamos, vamos a sentarnos del otro lado de la carretera" Caminamos lentamente. Me estaba dando y respetando mi edad. Inmediatamente me contruí un banco para sentarme en el lado de la carretera mediante el uso de los oldies(un viejo programa de la canción, el cine o la televisión que estodavía muy conocido o popular) de mi subconciente. Quería hablar primero, tan pronto como nos sentamos porque sentía que había mucho de que hablar.
"Qué te gustaría ser si nacieras de nuevo?, le pregunté. Fue algo inesperado de mi. Erguir mi viejo cuerpo, no se por qué, curiosamente esperé su respuesta. El propietario del asiento 36 se veía muy lejos y dijo: "Yo quiero ser yo mismo otra vez para poder amar a mis seres queridos, una vez más". Al igual que terminan las más bellas frases, las conversaciones más lógicas, las escenas más bellas de las películas Yesilcam (se rfiere a la industria del cine turco, como Bollywood, Hollywood, etc.) que dirigen la visión hacia las nubes, el anfitrión dirigirá su propia película empujando mi hombro con su brazo que afloraba a través de su camisa de mangas cortas de color azul.
"¡Hermano! ¿Quieres comer un panecillo?"
"Gracias hermano" Fue muy desconcertante volver a la dureza de la vida real, con mi bollo justo cuando se me daban las cosas más significativas en los rincones secretos de mis sueños. Mientras el anfitrión me estaba dando el bollo, ví los ojos del anciano. Estaba sonriendo y mirándome con una fresca mirada joven en sus ojos. Rios espumosos fluian en mi. El host con la camisa de mangas cortas azul, el cual nunca encontré en mis sueños dió al anciano su té y descaradamente me sonrió y dijo:
"Hermano, deja que te ofrezca un poco de agua. Tu no paraste de hablar de si mismo. Probablemete tienes sed"
Mientras los autobuses hacian sus cruceros, el viejo y yo comimos nuestros bollos con una sonrisa en nuestras caras

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Συνολικές προβολές σελίδας